
Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Ο Άρης Λεμπεσόπουλος μετρά τέσσερις δεκαετίες στο θέατρο, ακολουθώντας μια μοναχική πορεία με καλές και δύσκολες στιγμές, επιτυχίες και αποτυχίες. Ξεχώρισε απ’ την αρχή και άντεξε, όπως λέει στο ΒΗΜΑ Talks, στη διάρκεια του χρόνου, διατηρώντας μια αυτονομία μέσα στον χώρο. Εσωστρεφής, πιστεύει στα αισθήματα και με αυτά θέλει να επικοινωνεί με το κοινό.
Η φετινή χρονιά τον βρίσκει να ερμηνεύει τον Ρόαλντ Νταλ: Τον διάσημο συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας, στο έργο «Γίγαντας» του Μαρκ Ρόσενμπλατ, σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Όταν αποφασίζει να πει δημόσια τη γνώμη του για τους Εβραίους, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων -σκηνοθετεί ο Γιώργος Σκεύας, στο θέατρο Οδού Κυκλάδων.
Ποιος είναι ο «Γίγαντας»;
Ο Ρόαλντ Νταλ. Ήταν ψηλός σαν να μην χώραγε στον χώρο. Του έλεγαν «δεν είσαι γίγαντας», και απαντούσε «δεν είμαι αλλά και είμαι». Μ’ έναν τρόπο αισθανόταν ότι ήταν, γιατί είχε μια πίστη σ’ αυτό που έκανε. Η πίστη του βασιζόταν στο γεγονός ότι ήξερε πως είχε αντίκτυπο στα παιδιά. Το κοινό του ήταν παιδιά -όχι ενήλικες. Κι έλεγε ότι πρέπει να πιέζεις τα παιδιά να διαβάζουν γιατί το διάβασμα κτίζει τον εγκέφαλο ξανά… Κάτι που δεν κάνουν. Η δύναμή του ήταν τα παιδιά -είχε γράψει κι ένα βιβλίο πάνω σε έναν άνθρωπο-γίγαντα (σ.σ. «Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας»). Και αισθανόταν γίγαντας σε σχέση με τα παιδιά. Ανασφαλέστατος ήταν, αλλά τα παιδιά, τον λάτρευαν, ανά τον κόσμο…
Στο έργο του Μαρκ Ρόζενμπλατ το θέμα είναι η άποψη -να λες την άποψή σου, κάτι που κάνει ο Ρόαλντ Νταλ και ξεσηκώνει αντιδράσεις…
Το να λες την άποψή σου έχει ένα κόστος, είτε είσαι λιμενεργάτης είτε πρωθυπουργός είτε διάσημος συγγραφέας όπως ο Ρόαλντ Νταλ. Είπε τη γνώμη του με αφορμή ένα γεγονός και δημιούργησε ένα ολόκληρο θέμα. Είμαστε στο ’83 κι έχουμε την εισβολή των Ισραηλινών στον Λίβανο. Κι αυτό του ράγισε την καρδιά. Αυτές οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ και μ’ έναν τρόπο το έργο είναι πολύ επίκαιρο.
«Δεν μ’ ενδιέφερε να είμαι συμπαθής».
Θυμάμαι είχα κρατήσει από εφημερίδες φωτογραφίες απ’ τη σφαγή που έγινε σ’ αυτά τα στρατόπεδα. Κι εκείνος έγραψε μια κριτική για ένα βιβλίο που είχε βγει τότε με θέμα τη Μέση Ανατολή και στο τέλος μίλησε για έναν αντισημιτισμό και έναν αντι-ισραηλινισμό. Υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε όλοι οι Εβραίοι του κόσμου να γίνουν κατά του κράτους του Ισραήλ. Κι αυτό ξεσήκωσε μια θύελλα αντιδράσεων. Αυτό είναι το θέμα του έργου –μια συζήτηση ένα μεσημέρι στο σπίτι του.
Και αναρωτιέμαι: Μπορώ να πω εγώ τη γνώμη μου; Μπορώ να βγω και να την πω;
Μπορείτε ή αυτοδεσμεύεστε;
Δεν ξέρω. Εγώ προσωπικά μπορώ και θα πω αυτό που πιστεύω γιατί δεν έχω να χάσω και κάτι. Δεν διακυβεύεται κάτι. Πάντα είχα επιπτώσεις. Γιατί το να λες κάτι που μπορεί να ενοχλήσει μπορεί να έχει επιπτώσεις. Σ’ αυτή την δουλειά πρέπει να είμαστε και ευχάριστοι, αγαπημένοι… Κάτι που εγώ δεν το είχα, δεν μ’ ενδιέφερε να είμαι συμπαθής.
Μήπως θέλατε/θέλετε να είστε συμπαθής παρά αυτά που λέτε;
Όχι, λόγω χαρακτήρα. Δεν γινόταν. Ή αποφεύγω κάποια πράγματα. Ο Ρόαλντ Νταλ είναι ένας πολύ διάσημος συγγραφέας παιδικών βιβλίων -τα βιβλία του έγιναν ταινίες, σειρές. Το κράτος του Ισραήλ δεν δέχτηκε ποτέ τη συγνώμη των απογόνων του. Ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ συγνώμη γι’ αυτά που είπε. Βεβαίως αυτός είχε πολεμήσει στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ήταν πιλότος, είχε συναναστραφεί τους Γάλλους του Βισύ που δρούσαν κι εκεί. Είχε μια ευαισθησία όσον αφορά στη Μέση Ανατολή.
Για να ερμηνεύσετε έναν τέτοιο απόλυτο χαρακτήρα πρέπει να τον έχετε καταλάβει;
Ασπρόμαυρος ήταν. Και σαν άνθρωπος υπέφερε πολύ, είχε σπασμένη σπονδυλική στήλη απ’ τις καταρρίψεις, είχε πολύ πόνο σωματικά, υπήρξε και κατάσκοπος, και ήρωας. Ένα ανυπότακτο πνεύμα. Αλλά όχι. Μέχρι να τελειώσουν οι παραστάσεις δεν ξέρω αν θα έχω καταλάβει. Μυρίζω κάποια πράγματα κι έτσι πορεύομαι.
Ούτε να ταυτιστείτε με τις απόψεις του;
Ούτε. Ίσα-ίσα. Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι μ’ έναν πατέρα που ήταν δεξιός αλλά είχε ένα αντί -ίσως γιατί δούλευε στα πετρέλαια, στη Shell, είχε ένα αντισημιτικό, έναν θυμό. Στην πορεία κατάλαβα εμένα ότι αυτή η φυλή, των Εβραίων, με γοητεύει, επί προσωπικού, ανεξάρτητα απ’ την πολιτική του κράτους. Το ότι αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν εκεί, σ’ αυτή τη λωρίδα -δεν ξέρω που αλλού έπρεπε να πάνε αλλά και τι ανθρώπους έχει βγάλει αυτή η φυλή. Ίσως γιατί διάβασα έφηβος «Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ», έχω πάει και σε στρατόπεδα.
«Ο ηθοποιός στη σκηνή δεν συμφέρει να ξέρει πολλά».
Ναι, υπάρχει κάτι το αντιφατικό στους Εβραίους. Απ’ τη μια έχουμε συμπονέσει τα δεινά τους. Απ’ την άλλη όμως -κι αυτό είναι και το θέμα του έργου, εξακολουθείς να κάνεις κάτι που έχεις και επικαλείσαι και το άλλοθι του Ολοκαυτώματος. Ένα διαρκές ναι, αλλά. Και τώρα μ’ έναν τρόπο ό,τι συμβαίνει με τη Χαμάς τέθηκε και το ’83, ίσως κι απ’ το ’48 που ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ. Τίποτα δεν έχει τελειώσει. Στο έργο είναι άνθρωποι που συγκρούονται, απόψεις και ζωές που συγκρούονται.
Το ίδιο σκεφτόμουν όταν έκανα τον Γεώργιο Παπανδρέου στη σειρά «Φλόγα και άνεμος»: Ούτε τα Δεκεμβριανά έχουν τελειώσει ακόμα ούτε ο Εμφύλιος.
Σας συναρπάζει η προσωπικότητα του Ρόαλντ Νταλ; Τον μελετήσατε;
Διάβασα κάποια βιβλία του, μια βιογραφία του και σταμάτησα. Μετά, στο μέλλον, θα δω πως θα τον τροφοδοτώ. Έλεγε κάτι πάρα πολύ ωραίο ο Βασίλης Παπαβασιλείου σε μια συνέντευξή του. Αναφερόταν σε μια στιχομυθία του Τζιόρτζιο Στρέλερ με τον συγγραφέα του «Ζουβέ-Ελβίρα», τον Λουί Ζουβέ. Ο Στρέλερ προσπαθούσε να μάθει τι εννοεί ο ήρωας, γιατί πάει έτσι, τι θέλει να πει. Και ο Ζουβέ του έλεγε, «ο ηθοποιός στη σκηνή δεν συμφέρει να ξέρει πολλά». Αυτή τη φράση την έχω για μότο μου. Διότι αν ξέρω εγώ τα πάντα για τον ήρωά μου, αν διαβάσω όλα τα βιβλία, ας πούμε, του συγκεκριμένου συγγραφέα, θα είμαι καλύτερος στη σκηνή; Πλησιάζω τους ρόλους με μια αφέλεια και μια αθωώτητα.
Ο Νταλ αγαπούσε τα παιδιά. Είχε μια τρυφερότητα και μια σκληρότητα, ήταν τρυφερός και τρομερός. Αυτή ήταν η γοητεία του. Ως και σκοτεινός ήταν, αλλά με πολύ πόνο…
Εσείς, όταν παίζετε, από που τροφοδοτείστε;
Ανάλογα με το ποιον παίζω. Αν παίζω κι έχω απέναντί μου την Κλυταιμνήστρα, με απασχολεί ο άνθρωπος που παίζει τον ρόλο όχι ο ρόλος. Η Κλυταιμνήστρα δεν θα με γνωρίσει ποτέ. Τώρα ούτε ο Ρόαλντ Νταλ ούτε ο συγγραφέας του έργου θα με γνωρίσουν, ευτυχώς. Το θέμα είναι να πούμε μια ιστορία. Εγώ πιστεύω πολύ στην πορεία των παραστάσεων. Εκεί διαμορφώνεται ένα άλλο έργο μαζί με τους άλλους και έχει σημασία πως λειτουργούν μεταξύ τους.
Πιστεύω στα αισθήματα, μόνο. Ο θεατής αισθήματα θα εισπράξει όχι τις χιλιάδες πληροφορίες.
Σας καθοδηγεί το αίσθημα;
Ναι. Γι’ αυτό και μου αρέσουν άνθρωποι που μπορεί να μην τους γνωρίζω αλλά με κάνουν να νιώσω κάτι μέσα μου, χωρίς να ξέρω τι. Πάντα έτσι ήταν για μένα. Λειτουργούσα-λειτουργώ, ενστικτωδώς. Από διαίσθηση και ένστικτο κινούμαι, ό,τι αποτέλεσμα κι αν έχει αυτό.
Γυρίζοντας πίσω πόσα στοιχεία του σημερινού εαυτού σας συναντάτε;
Δεν ξέρω αν έχει σταματήσει το στραβό χαμόγελο από άγχος. Όταν πρωτόπαιξα, στο «Πολύ κακό για το τίποτα» σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη, είχα ένα πολύ στραβό χαμόγελο. Δεν το έκανα από άποψη αλλά από τρακ και άγχος, γιατί πρώτη φορά βρισκόμουν με τον κόσμο. Τώρα πια μου βγαίνει σε ξηροστομία -απ’ το τρακ. Γι’ αυτό και φροντίζω να έχω πάντα ποτήρια με νερό. Απ’ τη στιγμή που εκτίθεμαι στον κόσμο, είτε σε μεγάλο θέατρο είτε σε μικρό, έτσι μου συμβαίνει. Κι αυτό είναι και το θαυμαστό του επαγγέλματος. Απ’ τον πιο ανόητο ως τον πιο ευφυή, αν υπάρχει, στη δουλειά μας, αυτό το «εκτίθεμαι στον κόσμο» είναι αξιοθαύμαστο. Και θες ν’ αρέσεις και στα 80 σου…
Ποια δική σας ανάγκη σας οδήγησε στην έκθεση;
Αυτό είναι ψυχαναλυτικό που δεν έχω κάνει και δεν θα έκανα. Η ανάγκη μου είναι να υπάρξω. Το κατάλαβα ως έφηβος, και χρησιμοποιώ τους ρόλους, ίσως για να πω κάτι και για μένα μέσα απ’ τον ρόλο. Και να υπάρξω με τους ανθρώπους υπό την πρόφαση ενός ρόλου.
Νιώθετε ευθύνη όταν παίζετε;
Όχι, με την έννοια του ιερατικού, όχι. Ίσα-ίσα θα με υπονομεύσω. Αν συμβαίνει κάτι είναι ερήμην μου. Δεν αισθάνομαι ότι κάνω ιεραποστολικό έργο ούτε κάτι σοβαρό. Ένα παιχνίδι είναι. Εγώ το παραλληλίζω συχνά με τον αθλητισμό. Το πάθος, η αλήθεια του παίκτη, η κακή και η καλή στιγμή του παίκτη, η συνεργασία μεταξύ των παικτών, το συναίσθημα, ένα ιδανικό, η νίκη, η επιτυχία. Ποιος θέλει να ’χει αποτυχία; Είναι ωραίο πράγμα η αποτυχία γιατί μπορεί να κάνεις και μια επιτυχία. Και μετά την επιτυχία; Το θέμα είναι τι κάνεις μετά την επιτυχία. Δεν αισθάνομαι ότι κάνω κάτι σημαντικό. Το σημαντικό είναι ερήμην μου και οφείλεται σ’ ένα σύνολο πραγμάτων -του έργου, της σκηνοθεσίας, των ηθοποιών… Εγώ δεν αισθάνομαι σημαντικός. Δεν αισθάνθηκα ούτε όταν πήγα στην Επίδαυρο, δεν αισθάνομαι ότι το θέατρο είναι το Ερεχθείο και η τηλεόραση κάτι λιγότερο. Τα αντιμετώπισα όλα με μια στάση -όποια κι αν ήταν αυτή. Και άντεξα…
Έφηβος, όταν ανέβαινα στην ταράτσα της πολυκατοικίας, προσπαθούσα να αρθρώσω ένα ποίημα του Αιμίλιου Βεάκη που το είχα στο κασετόφωνο με τη φωνή του Κατράκη. Όταν στα 17 μου άρθρωσα στους γονείς μου ότι θα κάνω αυτό το επάγγελμα, έμειναν κάγκελο, γιατί δεν υπήρχε ένα αντίστοιχο περιβάλλον. Ήξερα ότι στο βάθος υπήρχε ένα φωτάκι, ένα φως που θα μου έδινε δύναμη. Και γι’ αυτό μιλάμε και τώρα. Καμία καριέρα δεν έκανα -καριέρα είναι κάτι άλλο. Και τρίτους ρόλους έπαιξα, και τέταρτους, και το περασμένο καλοκαίρι έπαιξα τρεις-τέσσερις φράσεις. Και μεγάλες φάσεις ανεργίας πέρασα. Ακολούθησα μια μοναχική πορεία, λόγω χαρακτήρα. Υπήρξα γωνιακός τύπος, με όποιο κόστος. Δεν το κυνήγησα, δεν χτύπησα πόρτες, δεν κινήθηκα, δεν ήθελα να κάνω πρωταθλητισμό. Γιατί ο πρωταθλητισμός θέλει αίμα… Θέλει δουλειά, να δίνεις το παρών, να πας και στις πρεμιέρες, να κάνεις και τις ανάλογες σχέσεις, να ’χεις social, να κάνεις τις ανάλογες κουμπαριές και γάμους, ακόμα και το καλό σχολείο παίζει ρόλο. Να φτιάξεις ένα σύστημα να σε στηρίξει.
Μετανιώσατε;
Όχι. Είναι θέμα χαρακτήρα. Δεν μπορώ να με αλλάξω. Φαίνεται πως διαμορφώθηκε πολύ νωρίς ο χαρακτήρας μου. Έτσι ήμουν. Αυτό μου δίνει και μια ελευθερία, να βγάλω και το κακό μου, να βγάλω και το αρνητικό μου.
«Με είχαν συμβουλεύσει να βγαίνω με συναδέλφους… Κουράστηκα».
Δεν είδατε ανταγωνιστικά αυτή τη δουλειά;
Ένας σταθμός και μια περίεργη καμπή που καταλαβαίνω ότι τα πράγματα με δυσκολεύουν ακόμα πιο πολύ είναι η ιστορία με τον Χορν, τότε. Ούτε το εκμεταλλεύτηκα ούτε τίποτα. Δεν είχα ποτέ τη δυνατότητα να κάνω κάτι που ήθελα, να το διεκδικήσω, να το στηρίξω. Ήθελα, ας πούμε, να παίξω τον «Θείο Βάνια»…
Σχέσεις μέσα στον χώρο δεν αναπτύξατε;
Προσπάθησα κάποια στιγμή, αλλά κουράστηκα. Το να σκεφτόμαστε ότι αυτό που κάνουμε είναι μοναδικό και όλος ο κόσμος στρέφεται γύρω από αυτό, δεν το ήθελα. Ούτε ήθελα στη ζωή μου να με απασχολεί όλο το 24ωρο μια ατάκα του ρόλου. Ήθελα να βγω έξω, να πιώ καφέ, να περπατήσω, στην πορεία ονειρευόμουν ταξίδια. Δεν καιγόμουν για το τι θέλει να πει η πρώτη φράση του έργου… Το να ασχολείται ένα συνάφι με το ποιος είναι καλός, ποιος κακός και ποιος σπουδαίος, δεν ήταν δικό μου. Με είχαν συμβουλεύσει να βγαίνω με συναδέλφους… Κουράστηκα. Στην πορεία κατάλαβα ότι με λίγους ηθοποιούς μπορείς να συζητήσεις για κάτι άλλο, πέραν της παράστασης.
Μοναχική πορεία, αλλά με διάρκεια…
Ναι, 42 χρόνια… Άντεξα. Υπάρχει κάτι πολύ ωραίο: Συζητάει ο Τσαρούχης με τον Χατζιδάκι και λέει ο πρώτος «Μάνο, τι θέλαμε στη ζωή μας, μια αριστοκρατία…», με την έννοια της στήριξης. Κάποιος να πιστέψει σ’ εμάς. Αυτή την αριστοκρατία δεν την είχα. Είχα κάποιες μονάδες στη ζωή μου: Τη Μάγια Λυμπεροπούλου, ένα διάστημα στην Πάτρα. Δώρο ζωής ότι μπόρεσα, μετά, τον στρατό να είμαι εκεί. Ύστερα έκανα την επανάστασή μου την εφηβική, συγκρούστηκα μαζί της, ευτυχώς… Μετά ήταν ο Αντώνης Αντύπας που με αγαπούσε και τον στεναχώρησα. Ήταν λάθος που έφυγα, αλλά δεν μπορούσα και τις οικογένειες εγώ.
«Οτιδήποτε κι αν έκανα, κι ας πέρασαν τόσα χρόνια, πάντα κάποιος θα μου πει «σας είδαμε στην “Αίθουσα του Θρόνου”».
Ονειρευόμουν να ήμουν στις χρυσές εποχές στο Θέατρο Τέχνης, ή στον Λευτέρη Βογιατζή το 1981 με «Σπασμένη Στάμνα» και μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Και το έφερε η ζωή να είμαι συμπτωματικά τρία χρόνια στον χώρο που ονειρευόμουν, χωρίς τον Λευτέρη (σ.σ. το Θέατρο οδού Κυκλάδων). Θα ’θελα να είμαι αν και ξέρω ότι πολύ γρήγορα θα είχα φύγει. Δεν μπορώ την πίεση, την καταπίεση, θυμώνω.
Πήγα πέρυσι στο Άγιο Όρος και συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορούσα καθόλου να ζω εκεί γιατί πρέπει να βάλεις ένα Χ στη ζωή σου… Κατάλαβα ότι εκεί βρίσκεις μια άλλη οικογένεια. Καλύτερα έτσι όπως πορεύτηκα.
Ξεκινήσατε όμως ως παπάς στο Άγιο Όρος, στην «Αίθουσα του θρόνου», στην τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος του Τάσου Αθανασιάδη…
Είναι αλήθεια ότι πάντα αισθανόμουν ότι είμαι κάπου αλλού, εξ ου και η επιλογή του επαγγέλματος, σε πάει πίσω, σε άλλες εποχής. Θυμάμαι όταν ήμουν νέος άκουγα Αττίκ και Βέμπο και ο πατέρας απορούσε.
Όταν μου έβαλαν το ράσο για τον ρόλο, ένιωσα πως ήταν πολύ οικείο. Η «Αίθουσα του θρόνου» είναι ένα παράσημο για μένα, όχι προσωπικό, μιας συνολικής δουλειάς…
Το κοινό ταυτίστηκε με το ζευγάρι Λεμπεσόπουλος-Ναυπλιώτου…
Ήταν ένα ιδανικό ζευγάρι, ακόμα και τώρα. Ατυχώς δεν ξαναπαίξαμε μαζί με τη Μαρία, παρά μια φορά στο Εθνικό, στην «Κυρία από τη θάλασσα», αλλά δεν συνέβη τίποτα, και το λέω για μένα. Σαν να μην ήμουν με τη Μαρία. Νομίζω μας κάλεσαν τότε εν ονόματι της τηλεοπτικής επιτυχίας… Επί προσωπικού δεν μείναμε φίλοι. Πρέπει όμως να ομολογήσω ότι θα μπορούσαμε να έχουμε μια πορεία. Εγώ δεν είχα τη δυνατότητα να πω ότι θα ήθελα τη Μαρία Ναυπλιώτου, εκείνη θα μπορούσε, αργότερα, επειδή ηγήθηκε. Κινήθηκε σε άλλα μονοπάτια. Η Μαρία έφερε μια φινέτσα σπάνια και εξακολουθεί. Κι αυτό ήταν και είναι κάτι δυσεύρετο. Η αριστοκρατία είναι κάτι δυσεύρετο. Όμορφες υπάρχουν, λαϊκές υπάρχουν, κωμικές υπάρχουν, με τη φινέτσα αρχίζει και περιορίζεται το πράγμα -Λίλη Παπαγιάννη, Μάρω Κοντού… Και αναφέρομαι στην αριστοκρατία όχι ως κοινωνική καταγωγή αλλά ως αισθητική. Λοιπόν η Μαρία είχε, έχει και θα έχει αυτή την ποιότητα, αυτό το «Κρήτη και Μάνη» που έλεγα εγώ. Και τα εργοστάσια δεν βγάζουν εύκολα αυτό το καλούπι -δεν βγήκε, δεν βγαίνει.
Σκέφτομαι πάντα ότι θέλω να πω στην Πηγή Δημητρακοπούλου που σκηνοθέτησε τη σειρά και με την οποία έχουμε χαθεί, ότι οτιδήποτε κι αν έκανα, κι ας πέρασαν τόσα χρόνια, πάντα κάποιος θα μου πει «σας είδαμε στην “Αίθουσα του Θρόνου”». Και μιλάω για νέα παιδιά, που για να το έχουν δει θα το αναζήτησαν στο Ίντερνετ, γιατί είναι μια σειρά που δεν προβάλλεται σε επανάληψη. Για μένα είναι ένα παράσημο. Γιατί το θέατρο σβήνει…
Το θνησιγενές του θεάτρου…
Όταν κάναμε τα «Μικρά συζυγικά εγκλήματα» ρώτησα μια μέρα τον Σωτήρη Τσαφούλια, έναν άνθρωπο της εικόνας, τι είναι γι’ αυτόν το θέατρο. Και μου είπε ότι είναι σαν να σμιλεύει κάτι σε πάγο και μετά αυτό θα λιώσει…
«Το θέατρο σβήνει. Κρατάς μια ανάμνηση, αλλά πόσο κρατάει η ανάμνηση μιας παράστασης;».
Το θέατρο δεν είναι ποτέ ίδιο ούτε ο ηθοποιός είναι ίδιος κάθε βράδυ. Γιατί όπως έλεγε η Έλλη Λαμπέτη ο ηθοποιός έχει νευρικό σύστημα. Κι εγώ καλούμαι κάθε βράδυ να κάνω έναν ρόλο, είτε έχω έναν θάνατο είτε ένα θέμα υγείας… Δεν μπορώ, αλλά πρέπει. Δεν κάθομαι μόνος στο σπίτι να γράψω έναν στίχο, ένα τραγούδι, να ζωγραφίσω έναν πίνακα.
Το θέατρο σβήνει. Κρατάς μια ανάμνηση, αλλά πόσο κρατάει η ανάμνηση μιας παράστασης; Εμένα μου μένουν εικόνες, όχι λέξεις. Σβήνει το θέατρο κι αυτή είναι η τραγικότητα του θεάτρου. Τι γνωρίζουμε για την Ελένη Παπαδάκη, τον Αιμίλιο Βεάκη, την Μαρίκα Κοτοπούλη, που δεν είχαν την τύχη να αποτυπωθούν σε εικόνα; Και μνημονεύουμε αυτούς που είχαν την τύχη να κάνουν κινηματογράφο.
Η οικειότητα που δημιουργούν τα social απομυθοποιεί τον καλλιτέχνη;
Εμένα αυτό είναι το ερώτημά μου: Αν έχεις τόσους πολλούς followers, θα ’ρθουν να σε δουν στο θέατρο; Όχι απαραίτητα. Πιθανότερο να δουν τις σειρές σου.
«Λέω κάθε μέρα στα παιδιά μου ότι τα αγαπάω, τα φιλάω κάθε μέρα. Αυτή είναι η συμβολή μου».
Η πατρότητα σας άλλαξε;
Αφιερώθηκα στα παιδιά μου, ανεξάρτητα αν είχα δουλειές ή όχι. Εγώ τα μεγάλωσα, τα σχολεία τους, τα απογευματινά τους -η μητέρα τους δούλευε. Κι αυτό είναι το δεύτερο παράσημό μου. Με ανησυχεί ο κόσμος που θα βγουν, υπάρχει πολλή βία, υπάρχει μόνο εικόνα. Τα παιδιά μεγάλωσαν με εικόνες, δεν διάβασαν, σκέφτονται τα λεφτά, πώς θα επιβιώσουν, άλλες ταχύτητες.
Δεν είμαι πιεστικός σαν πατέρας. Προτιμώ τα παιδιά μου να θυμούνται ότι ήμουν μ…… αλλά καλός μπαμπάς. Εγώ τι θυμάμαι απ’ τον πατέρα μου που δεν μιλάγαμε και πολύ; Του οφείλω τις ωραίες εικόνες. Με πήγαινε σε ωραία μέρη με ωραίες εικόνες. Αυτό που έκανα κι εγώ μέχρι πρόσφατα στα παιδιά μου -γιατί μεγάλωσαν- είναι οι ωραίες εικόνες. Μια ωραία παραλία, μια ωραία φύση, δεν τους εξηγώ τι πρέπει και τι δεν πρέπει. Τους λέω κάθε μέρα ότι τους αγαπάω, τους φιλάω κάθε μέρα. Αυτή είναι η συμβολή μου. Δεν μπόρεσα να τους δώσω μια καλύτερη ποιότητα ζωής, ένα καλύτερο σχολείο.
Νιώθουν περήφανα…
Τώρα που κουρεύτηκα έτσι για την παράσταση με είδαν γέλασαν και φωτίστηκαν. Αφού μπόρεσαν να γελάσουν με τη γελοιότητα του κεφαλιού μου, που ενώ έχω μαλλί, ο σκηνοθέτης αποφάσισε, για να μοιάσω στον Ρόαλντ Νταλ, να με κουρέψει έτσι, κάτι έχω κάνει. Έτσι δεν είναι;
Κεντρική Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/SOOC



