Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

ΜΠΑΛΩΜΑΤΟΥΛΗΣ

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο σε animated φιλμ του Βρετανού Στιβ Χάντσον (στο βιογραφικό του καταγράφονται επεισόδια από TV series, αλλά και το αλά Κεν Λόουτς δράμα «True North»!) αποτελεί μεταφορά της φερώνυμης σειράς παιδικών βιβλίων του συμπατριώτη του Γκάι Μπας. Πρόκειται για την νιοστή φορά όπου ο μύθος του Φρανκενστάιν απασχολεί τον κινηματογράφο, στην προκειμένη στρέφοντας το βλέμμα προς την πιτσιρικαρία, επ’ ουδενί όμως για να την τρομάξει, αλλά για να την μάθει να σέβεται και ν’ αγαπά το διαφορετικό.

Σε απομονωμένο, σκιαχτικό κάστρο, ένας εκκεντρικός, «τρελός» επιστήμονας δημιουργεί ασταμάτητα αλλόκοτα τέρατα, τα οποία όμως παρατά στη μοναξιά του αχανούς πύργου του, στρέφοντας άμεσα την προσοχή του στην επόμενη «εφεύρεσή» του. Το πρώτο και πιο ευγενικό δημιούργημά του είναι ο Μπαλωματούλης, ένα μικρό πλάσμα συναρμολογημένο με… ράμματα, το οποίο έχει αναλάβει τον ρόλο του προστάτη και ξεναγού για τα υπόλοιπα παραμελημένα τέρατα, κρατώντας τα ταυτόχρονα ασφαλή από τον «αγριεμένο όχλο» της διπλανής πόλης. Η ήσυχη αλλά μοναχική ζωή του ανατρέπεται όταν ένας πονηρός ιδιοκτήτης περιπλανώμενου τσίρκου τον πείθει να τον ακολουθήσει, με την υπόσχεση της δόξας και της αγάπης του κοινού.

Οπτικά, το φιλμ διαθέτει μια ενδιαφέρουσα γοτθική αισθητική, καθώς ο σχεδιασμός του Μπαλωματούλη και του σκοτεινού κάστρου σε συνδυασμό με την παλέτα των χρωμάτων φέρνουν έντονα στο μυαλό τον Τιμ Μπέρτον του «Χριστουγεννιάτικου Εφιάλτη» (1993) και της «Νεκρής Νύφης» (2005), πλάθοντας ένα ολίγον μακάβριο πλην όμως γεμάτο τρυφερότητα σύμπαν. Σεναριακά, εν τούτοις, «Ο Μπαλωματούλης» αρχίζει να… ξηλώνεται σχετικά γρήγορα, μιας και πέραν των κλασικών πια μηνυμάτων περί αποδοχής του διαφορετικού, πίστης στις ίδιες δυνάμεις και απόρριψης της εκμετάλλευσης, το στόρι κάνει μπαμ πως έχει… συναρμολογηθεί από πασίγνωστες animated (και όχι μόνο) επιτυχίες του παρελθόντος, οι οποίες σερβίρονται εδώ υπό ενιαία μορφή στοχεύοντας είτε να γοητεύσουν το κοινό των οκτάχρονων είτε να κάνουν τους ενήλικους συνοδούς να νοσταλγήσουν τα δικά τους παιδικά χρόνια.

Κάπως έτσι, το τελευταίο από τα «τέρατα» που ο προφέσορας δημιουργεί στο εργαστήριό του και που αναλαμβάνει αποστολή σωτηρίας του Μπαλωματούλη από τους κακούς ανθρώπους, νιώθοντας πως του ανταποδίδει τη φιλία και τη στοργή, αποτελεί έναν de facto συνδυασμό των Σάλι και Μάικ του «Μπαμπούλας Α.Ε.» (2001), με τα υπόλοιπα πλάσματα του πύργου να μοιάζουν με ξέμπαρκους (αν και όχι τόσο χαζοχαρούμενους) ένοικους του «Ξενοδοχείο για Τέρατα» (2012). Καθώς σταδιακά η υπόθεση δανείζεται στοιχεία όχι μόνο από το προφανές του «Φρανκενστάιν» (1931), αλλά και από το σημαντικά λιγότερο τέτοιο του… «Αγύρτη» (1947), η πλοκή πασχίζει να συνδυάσει το χιούμορ με τη μελαγχολία, αδυνατώντας ν’ αντιγράψει την αντίστοιχη τέλεια «μπερτονική» συνταγή.

Η παλαβιάρικη διάθεση του βαυκαλιζόμενου όσο και τερατόμορφου καλυτερότερου  φίλου του Μπαλωματούλη ουδέποτε συντονίζεται με την ατελείωτη πίκρα του κεντρικού χαρακτήρα, ενώ η σχέση σεβασμού και φροντίδας που αναπτύσσεται ανάμεσα στον θλιμμένο μικρό ήρωα και σε κοριτσάκι από το χωριό κάπου χάνεται ανάμεσα στα πονηρά κόλπα και τα (αχρείαστα) τραγουδιστικά τερτίπια του πανούργου ιδιοκτήτη του τσίρκου, ο οποίος δεν νοιάζεται για αισθήματα και άλλα τέτοια πεζά, μα κοιτάζει μοναχά την τσέπη του. Το «All out of Love» των Air Supply (!) που σκάει από το πουθενά έρχεται να υπογραμμίσει τη μελαγχολική ευφορία του «Μπαλωματούλη». Λίγη ακόμη… κλωστή και βελόνα στο σενάριο, εν τούτοις, σίγουρα χρειαζόταν.

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/stitch-head/ ανήκει στο FreeCinema .
‹ ›