Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

«Στο μετερίζι του χρόνου» του Δημήτρη Μπαλτά: Πορεία στο μέλλον

Κωνσταντίνος Γεωργίου*

Η έβδομη κατά σειρά ποιητική δημιουργία του Δημήτρη Μπαλτά, με τον τίτλο Στο μετερίζι του χρόνου, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2026 (Οι Εκδόσεις των Φίλων). Πρόκειται ουσιαστικά για ένα εγκόλπιο τρυφερότητας και ρομαντισμού, νοσταλγίας και ονειροπόλησης, ευαισθησίας και αγωνιστικότητας, στο οποίο αποκαλύπτεται ότι ο ρόλος της ποίησης δεν έχει καμία σχέση με τα άψυχα επιφαινόμενα αλλά μόνο με τα τεκτονικώς έσωθεν συντελλόμενα. Κι αυτό είναι το διακριτό στοιχείο της αληθινής ποίησης που την διαφοροποιεί από την επίπλαστη εκδοχή της. «Είναι δύσκολο να γράψεις ένα ποίημα/ που να λέει κάτι χωρίς να προσποιείται/ ότι κάτι έχει να πει».

       Το έργο συντίθεται από άτιτλα κατά το πλείστον βραχύσωμα ποιήματα, που οι θεματικές τους συνοικοδομούν και συνεκφράζουν ισοσταθμικά και αρμονικά, με τρόπο άρτιο και ολοκληρωμένο, τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες της ποιητικής συνείδησης για τον έρωτα, την απώλεια, την ύπαρξη, τη φθορά, τη μοναξιά, την υποκρισία, την κοινωνική αδικία και τους συλλογικούς αγώνες. Ποιήματα εξαιρετικά σκηνοθετημένα με όλα εκείνα τα μικρά αντικείμενα της καθημερινότητας –αθέατα στους περισσότερους– να πρωταγωνιστούν και να αποτελούν αφορμές να ανοίξει η βαριά πόρτα της μνήμης και να ξεπηδήσουν από το βάθος της προοπτικής του χρόνου εικόνες νοσταλγίας ενός παρελθόντος που ποτέ δεν ξεθώριασε. «Πάλι βρέχει στην ταράτσα της μνήμης/ και η υδρορροή παροχετεύει το νερό/ στο διψασμένο στόμα του πατέρα».

       Αν μου ζητούσαν να περιγράψω μέσα σε λίγες λέξεις τον στόχο που εξυπηρετεί η έκδοση αυτού του βιβλίου, δεν θα μπορούσα να βρω καταλληλότερες από αυτές του Μ. Αναγνωστάκη: «Έβλεπα τώρα/ Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω/ Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες». Μέσα στην λαίλαπα των σύγχρονων ξετσίπωτων καιρών, την φωτιά και το ατσάλι της βαρβαρότητας, της βίας και της μεγαλαυχίας των κενόδοξων αρχών, ο Δημήτρης Μπαλτάς εξεγείρεται, αντιστέκεται σθεναρά, συνθέτει με την πένα του εξαρχής την ποιητική τοπογεωγραφία του ανθρωπισμού, δημιουργεί έναν χώρο απαράβατο και απαραβίαστο, για να φωλιάσει σ’ αυτόν η αξιοπρέπεια του γυμνού και ανυπεράσπιστου ανθρώπου, για να προστατεύσει τα ερίτιμα του πολιτισμού μας, για να συντηρήσει ζωντανά τα οράματα και τις ελπίδες γενεών και γενεών.

Η ποίηση είναι αυτή που μας τροφοδοτεί με πρωτόγνωρα ψυχικά αποθέματα στον δύσκολο καθημερινό αγώνα της επιβίωσης, βιολογικής και πνευματικής.

 

       Ο ποιητής στέκεται αγέρωχος στο μετερίζι του χρόνου, στήνει το δικό του οχύρωμα, καλά χτισμένο, στέρεο, στιβαρό και δυνατό, πέτρα την πέτρα, λέξη την λέξη υψώνει τείχη, σκάβει την άγονη γη με την αιχμή της πένας, χαρακώνει στο χαρτί το δικό του χαράκωμα σ’ έναν πόλεμο άνισο, ανηλεή, αλλά και τόσο οραματικά ελπιδοφόρο με το γενικό προσκλητήριο που απευθύνει σε όλους εμάς, τους αναγνώστες του, να συναισθανθούμε, να συγκινηθούμε, να συμπορευτούμε και να συστρατευθούμε στις κοινές μας γραμμές, για την αντιμετώπιση του επερχόμενου κινδύνου.

       «Ⅰ  Σχεδόνννν/ Αυτό το ν επιτείνει την αγωνία/ που βάφει με κόκκινη μπογιά στον τοίχο:/ «Λοιπόν; Τι περιμένεις;» — «Ⅱ  Λοιπόν; Τι περιμένεις;»/ Κράτα το κόκκινο μολύβι,/ σαν το μόνο όπλο πού ’χες ποτέ,/ και προχώρα!»

       Η ποίηση είναι αυτή που μας τροφοδοτεί με πρωτόγνωρα ψυχικά αποθέματα στον δύσκολο καθημερινό αγώνα της επιβίωσης, βιολογικής και πνευματικής. Ο δημιουργός το γνωρίζει πολύ καλά και γι’ αυτό ιερουργεί με κατάνυξη μυστηριακή, με συνέπεια ευλαβική, με ευθύνη κοινωνική, πάνω από το άγιο σώμα των λέξεων, προσφέροντας τα τίμια δώρα τους αντίδωρον ευκρασίας και θείας ευχαριστίας. Πενθεί όχι για όσους έφυγαν αλλά για όσους έμειναν, για όσους επιμένουν να υπερασπίζονται ακόμη την παιδική ηλικία του κόσμου μας και την πρώτη τους νιότη. «Τα γινωμένα φρούτα πάνω στο τραπέζι,/ οι μόνοι ανυπόκριτοι συμπαραστάτες/ στο καθημερινό μας πένθο». Και μοιάζουν οι λέξεις μέσα στην δωρική λιτότητα ενός μικρού δωματίου να γίνονται μουσική, μια πένθιμη ελεγεία της ματαιότητας στις καθημερινές μας συνήθειες, στα όσα ζήσαμε, στα όσα πεθυμήσαμε, στα όσα ονειρευτήκαμε.

       Η ποίηση του Δημήτρη Μπαλτά ασκεί μια μαγικά αλλόκοτη έλξη, θέλγει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή, από την πρώτη σελίδα. Ήσυχη, χαμηλόφωνη, απέριττη και στοχευμένη, χωρίς ρητορείες και άσκοπες λυρικές εξάρσεις, εισέρχεται αθόρυβα, ευγενικά, διακριτικά στον προσωπικό χώρο του αναγνώστη, μεταγγίζει στο οπτικό του πεδίο την βιωμένη αλήθεια της, γίνεται σύντροφος και συμπαραστάτης στις δύσκολες ώρες του, γίνεται ευειδής μούσα που τον ευφραίνει και τον εμπνέει. Γιατί «ποιητής δεν είναι ο εμπνευσμένος, είναι εκείνος που εμπνέει», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πωλ Ελυάρ. Και η ποίηση του Δημήτρη Μπαλτά εμπνέει, έρχεται από το παρελθόν και κατευθύνεται ολόισια στο μέλλον.

* Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου είναι φιλόλογος, ποιητής.
Το πρωτότυπο άρθρο https://prin.gr/2026/10/meterizi-hronou/ ανήκει στο Λογοτεχνία – Εφημερίδα ΠΡΙΝ .
‹ ›