Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Κύριε Παλαμίδα, εσείς πώς γνωρίσατε τη Μαριανίνα Κριεζή;
«Οταν κάναμε το “Σαμποτάζ”. Ημουν σε ένα συγκρότημα, τους Apocalypsis, και παίζαμε progressive ροκ, κάτι σαν τους Genesis επί Πίτερ Γκάμπριελ. Είχαμε κάνει μια μεγάλη συναυλία σε ένα θέατρο απέναντι από την ΑΣΟΕΕ που σήμερα δεν υπάρχει. Το πρόγραμμα το άνοιγε η Σαβίνα, που δούλευε στο Αχ Μαρία. Η Σαβίνα ήταν τότε κολλητή φίλη της Λένας και μου λέει ότι η Λένα ψάχνει τραγουδιστή. Εγώ δεν την ήξερα βέβαια. Η Πλάτωνος έκανε τότε το “Σαμποτάζ”, είχε τα κομμάτια της με τη Σαβίνα και ήθελε και μια ανδρική φωνή. Ηρθε λοιπόν με τη Μαριανίνα στη συναυλία και ύστερα από κανέναν μήνα συναντηθήκαμε στο σπίτι της Λένας. Ετσι ξεκίνησε. Εκεί γνώρισα ουσιαστικά τη Μαριανίνα. Εκείνη έγραφε τα λόγια και γύριζε από δωμάτιο σε δωμάτιο με τα μπλοκάκια της. Η Λένα έφτιαχνε τα κομμάτια κι εγώ τραγουδούσα. Είχα ενθουσιαστεί, μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Και τα λόγια ήταν κάτι άλλο. Εμοιαζαν σαν παιδικά κομμάτια. Εκεί όμως που πήγαινες να πεις ότι μπορεί και να είναι παιδικά, ανακάλυπτες κάτι στη διαδρομή και έλεγες: αυτό δεν είναι παιδικό, αυτό είναι για μεγάλους. Και ύστερα ήταν το “Κοπερτί”, που ήταν πολύ σπαραξικάρδιο. Ηταν να το πει η Σαβίνα, αλλά το έκαναν ανδρικό κομμάτι και το είπα εγώ. Μου είχε κάνει εντύπωση και ο “Αστερισμός του πιγκουίνου”, που ήταν τελείως διαστημικό, και η Λένα το απέδωσε μουσικά πάρα πολύ σωστά. Μπήκα στη φάση πολύ γρήγορα, τίποτα δεν με ξένισε. Ηταν πολύ γνώριμα αυτά τα μονοπάτια. Αργότερα μου είπε και η Λένα ότι είχε ξεκινήσει από την κλασική μουσική. Κάποια στιγμή όμως άκουσε τους Jethro Tull σε ένα live, έπαθε την πλάκα της και είπε: θέλω να κάνω τέτοια πράγματα».
Πώς θα περιγράφατε το αποτύπωμα της Μαριανίνας Κριεζή στον ελληνικό στίχο;
«Θεωρώ ότι είναι η μεγαλύτερη που έχει περάσει. Εχει κάτι πολύ φρέσκο, ακόμα και τώρα. Και ήταν απ’ όλα η Μαριανίνα. Εγραφε και παιδικά και για ενηλίκους, και σκοτεινά και φωτεινά, για τα πάντα. Εγραφε ακόμα και λαϊκό τραγούδι, πολύ πιστό στο στυλ και στο ύφος, όπως το “Ενα λεπτό περιπτερά”. Εδωσε μετά στον Χατζηγιάννη το “Δεν έχω χρόνο”, που έγινε μεγάλο σουξέ και ήταν σχετικά πρόσφατο. Ηταν μοντέρνα. Αυτά που έγραφε, ρε παιδάκι μου, ήταν ανάγλυφα. Είχαν την αμεσότητα της καθομιλουμένης και εξέφραζαν παρ’ όλα αυτά πιο ουσιαστικά και βαθιά συναισθήματα. Ολοι θέλουν υποτίθεται να εκφράσουν τέτοια συναισθήματα, αλλά τον τρόπο της Μαριανίνας δεν τον πλησίασε κανείς».

