Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

«Πολύ πριν να σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα»: Ο έρωτας και η εγκατάλειψη του Λειβαδίτη

Στο απόσπασμα από το «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας», ο Τάσος Λειβαδίτης αφήνει την απουσία να απλωθεί μέσα από τέτοιες λεπτομέρειες, ώσπου εκείνος που έμεινε πίσω δυσκολεύεται να βρει χώρο για να υπάρξει.

Ο έρωτας εδώ είναι τρυφερός, σωματικός, απελπισμένος, ικανός να αναγνωρίσει στην αγαπημένη ακόμη και τη θλίψη που προηγήθηκε της γνωριμίας τους. Η παιδική αναμονή, το βρεγμένο τζάμι, ένας χτύπος στην πόρτα αποκτούν εκ των υστέρων τον ίδιο προορισμό. Σαν να χρειαζόταν να συναντηθούν αυτοί οι δύο άνθρωποι για να εξηγηθεί μια ολόκληρη ζωή. Κι όταν εκείνη φεύγει, μαζί της παρασύρεται και η εξήγηση.

Η φωνή που μιλά δεν διαφυλάσσει την αξιοπρέπειά της. Παρακαλεί, ζηλεύει, παζαρεύει μια θέση δίπλα στην αγαπημένη, έπειτα πίσω της, έπειτα έξω από το παράθυρό της.

Η άβολη αλήθεια του Ζοζέ Σαραμάγκου μέσα από 10 στοχασμούς

Τάσος Λειβαδίτης – Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

Ναι αγαπημένη μου.

Πολύ πριν να σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε: τι έχεις αγόρι μου;

Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από σένα, και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα.

Όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου.

Κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα δεν ήτανε κανείς.

Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε.

Έτσι έζησα, πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά, θυμάσαι; Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά σα να με γνώριζες από χρόνια.

Μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου, είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου, αγαπημένη μου…

Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δε μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν.

Κι ύστερα ξαφνικά εκείνο το βράδυ… έβρεχε.

Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα.

Έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα.

“Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις”, έγραφε.

Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στις χυμένες πούδρες, σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη.

Πού είσαι λοιπόν; πες μου, πού είσαι; σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ’ ένα σπίτι που ‘πιασε φωτιά.

Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι και σε περιμένω.

Δε θα χτυπούσες καν την πόρτα. Θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα.

Η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα ‘λυνες ξαφνικά εκείνα τ’ ασύγκριτα τυραννικά μαλλιά σου.

Η παλιά ντουλάπα θα ‘τρεχε και σαν μια ταπεινή υπηρέτρια θα σου ‘βγαζε τα παπούτσια.

Θα γελούσαν οι καθρέφτες, θα ξυπνούσαν οι γείτονες…

Όλα έχουν μείνει όπως τα ‘φησες θα σου ‘λεγα.

Κι η χτένα σου, να τη εκεί. Η μαύρη μεγάλη χτένα σου, σαν ένας έρημος κατασκότεινος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα.

Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει.

Ένας άλλος βυθίζεται μες στη μεγάλη σου άνοιξη.

Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ’ αγαπώ. Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει.

Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου πάνω στο χιόνι, εμένα είναι ο κόσμος μου.

Δε θα σου πω τίποτα μόλις βγεις.

Θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, κι αν αυτό σε πειράζει μπορώ να ‘ρχομαι πίσω σου σα σκυλί.

Κι όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάσει δε θα ‘ναι για μένα το σκληρό χώμα των νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της.

Ποδοπάτησέ με να ‘χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις…

Λιλή Ζωγράφου: 7 αποφθέγματα για όσες κουράστηκαν να παριστάνουν τη Σταχτοπούτα

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.lavart.gr/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D-%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD-%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CE%B5-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%83%CF%89-%CE%B5%CE%B3%CF%8E-%CF%83%CE%B5-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BC/ ανήκει στο Λογοτεχνία – Ποίηση – Lavart .