
Σε απομονωμένη παραθαλάσσια κοινότητα της Νότιας Κορέας, μία αγελάδα κατακρεουργημένη με τρόπο που δεν θυμίζει συνηθισμένη επίθεση ζώου προβληματίζει τους κατοίκους και τις Αρχές, με μία ομάδα από τους πρώτους να κατευθύνεται προς το κοντινό δάσος αναζητώντας το «άγριο θηρίο» που υποψιάζονται πως μπορεί να είναι τίγρη. Έχουν πέσει… έτη φωτός μακριά!
Με μία ελαφρώς άνιση φιλμογραφία, που διατηρεί ως κορωνίδα της το ψυχολογικό θρίλερ καταδίωξης «The Chaser» (2008), o Νοτιοκορεάτης Να Χονγκ-Τζιν επιστρέφει με το πιο μεγαλεπήβολο project της καριέρας του, μία πραγματικά επική περιπέτεια φαντασίας η οποία έχει προοπτικές να μετατραπεί σε all-time classic saga για τούτο το genre! Ας σκεφτείς θετικά, λοιπόν, τι μπορεί να φέρει η συνέχεια του «Hope», όταν το «φινάλε» του θα σε αφήσει σύξυλο, με την αγωνία (πόσω μάλλον και την περιέργεια) να σου τρυπάει τον εγκέφαλο!
Κοντά στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη με τη Βόρεια Κορέα, σε μια φτωχή, σχεδόν ξεχασμένη περιοχή ασαφούς περιόδου χρονολογικά (η απουσία των smartphones και της πλέον προηγμένης τεχνολογίας το δηλώνει ξεκάθαρα), μια νεκρή αγελάδα με σημάδια που μονάχα ένα μεγάλο άγριο ζώο θα μπορούσε ν’ αφήσει γίνεται η αφορμή για την έναρξη του μυστηρίου της πλοκής, η οποία κινείται γύρω από δύο άξονες παράλληλης δράσης: στη μικρή πόλη ο αρχηγός του τοπικού αστυνομικού σταθμού ερευνά την υπόθεση ακολουθώντας μια σειρά από καταστροφικές επιθέσεις ενός αγνώστου ταυτότητας «τέρατος» που ξεκληρίζει δίχως σταματημό τους κατοίκους της, ενώ σ’ ένα κοντινό δάσος μια ομάδα κυνηγών αναζητά τα πιθανά ίχνη του ώστε να καταλάβει με τι έχει να κάνει.
Από το ξεκίνημά της, η ταινία υιοθετεί τον χαρακτήρα ενός φρενήρους rollercoaster δράσης που έχει ως αποκλειστική υποχρέωση να ψυχαγωγήσει τον θεατή. Το πετυχαίνει δίχως δεύτερη κουβέντα, με το art direction να «σπέρνει» δημιουργικά, την κάμερα να έχει πάθει υπερκινητικό «fast forward» και το μοντάζ να κόβει και να ράβει σε ρυθμό που αδιαφορεί για το πέρασμα του χρόνου. Η πρώτη μιάμιση ώρα (τουλάχιστον) διατηρεί έναν goofy τόνο που σχεδόν παρωδεί την ανθρώπινη ανοησία των ηρώων, δεν δίνει καμία σημασία στις υπάρξεις τους ως χαρακτήρες και ούτε καν επιθυμεί να ταυτιστείς μαζί τους, επιλέγοντας τη δική τους σωτηρία έναντι του «τέρατος»!
Όταν το όλο μυστήριο αρχίσει να ξεκαθαρίζει, το «Hope» μου θύμισε μ’ έναν παράδοξα… «από την ανάποδη» τρόπο το επίσης θαυμάσιο (και επίσης κορεάτικο) «The Host» (2006) του Μπονγκ Τζουν-Χο, το οποίο στην εποχή του δεν αντιμετώπισα σαν μία τυπική disaster movie με τέρας, αλλά ως ένα βαθύτατα συγκινητικό οικογενειακό δράμα. Σε σχέση με εκείνο, η ανατροπή εδώ είναι πως το νοιάξιμο για την οικογένεια… δεν αφορά στο ανθρώπινο είδος! Αλλού «κρύβεται» το οικογενειακό στοιχείο του δράματος (!) κι εκεί είναι που το «Hope» αποκαλύπτει την πιο «τρελή» του διάσταση, με ένα τελικό και πλήρως αναπάντεχο twist το οποίο όχι μόνο αφήνει υποσχέσεις για sequel, αλλά εάν σεναριακά στήσει λίγο πιο προσεκτικά την όλη μυθολογία του «εχθρικού τέρατος», τότε θα βρεθούμε απέναντι σε ένα αδιανόητων πιθανοτήτων και εξελίξεων franchise που θα βάλει τα γυαλιά στα blockbuster του σημερινού, εντελώς ανέμπνευστου Χόλιγουντ. Κανονικά!


