
Πεισματάρης γεροβοσκός τορπιλίζει τα σχέδια ξενοδοχειακού κολοσσού, αρνούμενος να πουλήσει την πολύτιμη για τα επενδυτικά πλάνα γη του. Θα έρθει, άραγε, η… ανάπτυξη στη Νότια Σαρδηνία;
Έχουμε εκφραστεί αρκετές φορές θετικά για τη διάθεση που επιδεικνύει ο λαϊκός ιταλικός κινηματογράφος, να κρατήσει ζωντανή τη σύνδεσή του με την ντόπια παράδοση (σε αντιδιαστολή με την αντίστοιχη του γαλλικού, που δεν έχει πρόβλημα να γυρίζει… ό,τι μπούρδα του έρθει στο κεφάλι). Η συνθήκη αυτή επιβεβαιώνεται με το «Έτσι Είναι η Ζωή», το οποίο αντλώντας έμπνευση από μια αληθινή ιστορία που διαδραματίστηκε στο νησί της Σαρδηνίας πριν κάποια χρόνια φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της αλόγιστης τουριστικής ανάπτυξης. Πρόκειται για ζήτημα που εδώ και αρκετά χρόνια προβληματίζει τους κατοίκους των δημοφιλών τουριστικών προορισμών, με την Ιταλία να βρίθει τέτοιων. Ατυχώς, η προσέγγιση του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ρικάρντο Μιλάνι κρίνεται ανέμπνευστη, σε σημείο που η αληθινή ιστορία την οποία παρουσιάζει να μοιάζει πως θα έστεκε καλύτερα ως πεντάλεπτο reportage σε τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων, παρά ως δίωρη κινηματογραφική ταινία.
Το δίλημμα οικολογική συνείδηση vs. παράδοση εναντίον τουριστικής ανάπτυξης ναι μεν είναι εξαιρετικά επίκαιρο και σοβαρό, όμως, ο τρόπος με τον οποίο σερβίρεται στο φιλμ αποτυγχάνει να το αναδείξει έτσι ώστε να «μιλήσει» στον θεατή, αφού αν το όλο εγχείρημα εκληφθεί ως κωμικό, τότε… αυτό δεν είναι διόλου αστείο, ενώ οι (πολλές) δραματικές του στιγμές είναι χαρακτηριστικά σχηματικές. Η τονική ανισορροπία του φιλμ βγάζει μάτι, μιας και ο παρατρεχάμενος του «κακού» καπιταλιστή από τον βορρά της Ιταλίας, ο οποίος έχει σταλεί στη φτωχική Σαρδηνία προκειμένου να κανονίσει την μπίζνα της αγοράς γης, παίζει λες και είναι πρωταγωνιστής σε τυπική μπαλαφάρα, ενώ όλο το υπόλοιπο καστ υποδύεται τους ρόλους του με τρόπο που παραπέμπει σε κλασικής μορφής κοινωνικό δράμα.
Το υφολογικό πρόβλημα της ταινίας χάσκει ακόμα περισσότερο εξαιτίας της ακατανόητης απόφασης να απλωθεί η χρονική περίοδος της πλοκής από τα τέλη του 20ου αιώνα (οι πρώτες διαπραγματεύσεις γίνονται σε λιρέτες) μέχρι τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου (όταν πια μιλάνε τα ευρώ). Αυτή η περίοδος των δέκα περίπου ετών, αντί ν’ αναδείξει τη σταδιακή φθορά ή να δικαιολογήσει τη συναισθηματική ωρίμανση των ηρώων, μοιάζει εντελώς στατική. Τα χρόνια περνούν στα χαρτιά, αλλά τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά στα πρόσωπα, στις συμπεριφορές και στις ένθεν και ένθεν νοοτροπίες. Το συγκεκριμένο «εύρημα» μοιάζει με σεναριακό τέχνασμα το οποίο χρησιμεύει μόνο ως μια αδέξια δικαιολογία ώστε να παραταθεί μια γραφειοκρατική διαμάχη, που υπό κανονικές συνθήκες θα είχε επιλυθεί (με τον έναν ή τον άλλον τρόπο) μέσα σε μερικούς μήνες.
Οι δύο αυτές άκρως προβληματικές παράμετροι μετατρέπουν την ταινία σ’ ένα αλλοπρόσαλλο rollercoaster που δεν ξέρει αν θέλει να σε κάνει να κλάψεις (μέσω της πιστής αφοσίωσης πατέρα, κόρης και εγγονών στον τόπο τους) ή να γελάσεις (με το χοντροκομμένα slapstick του αρχιμηχανικού της εταιρείας real estate). To βαρύγδουπο, συγκινητικό κοινωνικό δράμα για την απώλεια των ριζών και τον αφανισμό της παράδοσης μέσα στο πέρασμα του χρόνου στουκάρει άγρια με τη λαϊκίστικη σαχλαμάρα, όπου φωνακλάδες χαρακτήρες χειρονομούν υπερβολικά, ενώ οι διάφορες χαριτωμενιές (όπως η χρήση της ακατάληπτης τοπικής διαλέκτου) θυμίζουν κακή επιθεώρηση… βιντεοσκοπημένη για την τηλεόραση.
Το τοπίο της Σαρδηνίας, πάντως, είναι πανέμορφο, αν και τα συχνά πλάνα από τα καταγάλανα νερά του νησιού μάλλον έχουν ως στόχο τους να λειτουργήσουν σαν ευχάριστο διάλειμμα στη δίωρη σεναριακή μονοτονία. Άλλωστε, η μόνιμη επωδός της πλοκής θέλει την εταιρεία ν’ αυξάνει τις προσφορές της και τον βοσκό να τις απορρίπτει, ενώ σύσσωμο (σχεδόν) το χωριό απορεί με την ξεροκεφαλιά του, βλέποντας την ευκαιρία για την αποκατάσταση όλων τους να χάνεται.

