Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Ιόλη Ανδρεάδη: «Γράφε για ό,τι σε κρατά ξάγρυπνο τη νύχτα» – ΤΟ ΒΗΜΑ

Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Στη σκηνή, στο Αίθριο του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Μπροστά μου απλώνεται το θρυλικό νυχτερινό κέντρο Πίγκαλς και το εμβληματικό του πάλκο με φόντο τη χαρακτηριστική θαλάσσια αχιβάδα, που μοιάζει να περιμένει αιώνια τον Μανώλη Χιώτη, πάντα καλοντυμένο και στην πένα, να πάρει τη θέση του εκεί επάνω με το τετράχορδο μπουζούκι του.

Και έτσι, στην παράσταση με τίτλο «MANOLIS | καρδιά σε τέσσερις χορδές», μία παραγωγή του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού και της εταιρείας Μέθεξις του Χρήστου Τριπόδη, ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη ζωή, όχι με γραμμική αφήγηση, αλλά με συστατικά από το υλικό των ονείρων, με τον Μανώλη Χιώτη να έρχεται σαν επισκέπτης της ίδιας του της ζωής. Αυλαία και πάμε, λοιπόν, συνοδεία της ζωντανής ορχήστρας!

Ο Μίκης Θεοδωράκης διαβάζει την είδηση του θανάτου του «μάγου του μπουζουκιού» από καρδιακή προσβολή, ανήμερα των 49ών γενεθλίων του. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Μανώλης Χιώτης τον είχε επισκεφθεί στον Ωρωπό, παίζοντας μπουζούκι έξω από το συρματόπλεγμα, με τον Θεοδωράκη να είναι φυλακισμένος από τη Χούντα.

Eτσι ξεκινά η παράσταση, με έναν Χιώτη να παρουσιάζεται στο σανίδι χωρίς φωτοστέφανα αγιοποίησης: είναι ο άνθρωπος, ο συνθέτης, ο άνδρας με τις γυναίκες της ζωής του· από τη μητέρα του και την πρώτη του παρτενέρ, τη σύζυγο και μητέρα των παιδιών του, Ζωή Νάχη (κατά κόσμον Ζωή Γρυπάρη), μέχρι τον θρυλικό έρωτα που κατέληξε σε γάμο, χωρίς happy end, με τη Μαίρη Λίντα.

Την επόμενη ημέρα συναντώ την Ιόλη Ανδρεάδη, σκηνοθέτρια της παράστασης. Η ίδια υπογράφει και το ομώνυμο θεατρικό έργο, μαζί με το συγγραφικό της alter ego, Αρη Ασπρούλη (κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική), το οποίο παρουσιάστηκε, σε δική της πάλι σκηνοθεσία, για πρώτη φορά από το ΚΘΒΕ το φθινόπωρο του 2024.

Ακούραστη εργάτρια του θεάτρου η ίδια, επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, είναι μια σκηνοθέτρια με διεθνή πορεία, με παραστάσεις της να έχουν παρουσιαστεί σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και η Ρώμη.

Από τις πιο απαιτητικές θεατρικές αναζητήσεις έως έργα που συνομιλούν με το ευρύ κοινό, υπηρετεί με συνέπεια ένα θέατρο υψηλών καλλιτεχνικών αξιών. Κάπως έτσι, από τον σπαρακτικό, υπαρξιακό κόσμο του Αντονέν Αρτώ, στον οποίο αφιέρωσε μια ολόκληρη τετραλογία έργων, μέχρι το «Οσα παίρνει ο άνεμος» και το λαϊκό σύμπαν του Μανώλη Χιώτη, κινείται με αξιοσημείωτη άνεση ανάμεσα σε φαινομενικά ασύμβατους κόσμους. Λίγο πριν πατήσω το κουμπί στο μαγνητοφωνάκι, πληροφορούμαστε και οι δύο τον θάνατο της Μαίρης Λίντα. Και επίσημα τέλος μιας εποχής.

Κυρία Ανδρεάδη, τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να ασχοληθείτε με την προσωπικότητα του Μανώλη Χιώτη;

Γνώριζα ένα μέρος από το έργο του. Aκουγα πολύ τα τραγούδια του. Αγαπούσα και μερικές σύγχρονες διασκευές κομματιών του.

Οταν είχαμε μια συζήτηση με το ΚΘΒΕ για να τους προτείνουμε με τον Aρη Ασπρούλη το νέο θεατρικό μας έργο που θα σκηνοθετούσα και μας ζητήθηκε να γράψουμε κάτι που να αφορά τους πολλούς, τον πολύ κόσμο, να μην είναι δηλαδή ειδικού ενδιαφέροντος, τότε σκέφτηκα αμέσως τον Χιώτη. Δεν είχα ιδέα για το πού θα μας οδηγούσε η έρευνα γύρω από τη ζωή και το έργο του. Είχα μόνο ένα ένστικτο πως θα οδηγούσε κάπου με μεγάλο ενδιαφέρον – ερευνητικό, καλλιτεχνικό και ανθρώπινο.

Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσει κανείς ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και τη θεατρική ελευθερία όταν αφηγείται τη ζωή ενός πραγματικού ανθρώπου;

Δεν θεωρώ σωστό να εγκλωβίζεται κανείς στην ανάγκη της απόλυτης ιστορικής ακρίβειας. Ούτε όμως και να γράφει ό,τι του κατεβαίνει στο κεφάλι. Προσωπικά, πιστεύω πως αξίζει να γίνεται μια προσπάθεια ανίχνευσης, ίσως ακόμη και μίμησης, του ήθους μιας πραγματικής ιστορικής προσωπικότητας. Από εκεί και πέρα, αυτό το ήθος γίνεται η αφετηρία για να διαμορφωθεί ο θεατρικός χαρακτήρας, πρώτα στο χαρτί και έπειτα στη σκηνή.

Ετσι μπορείς να αφηγηθείς ελεύθερα τη δική σου μυθοπλασία γύρω από ένα ιστορικό πρόσωπο, με τρόπο που να συνομιλεί με υπαρκτά στοιχεία της προσωπικότητάς του, αλλά ταυτόχρονα να υπερβαίνει την εμμονική προσκόλληση σε όσα πραγματικά έπραξε. Εκεί ακριβώς αρχίζει ο χώρος της ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης, που καθοδηγείται από τη δημιουργική φαντασία.

Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που ανακαλύψατε για τον Μανώλη Χιώτη;

Ηταν για εμένα ενδιαφέρον, από ό,τι μάθαμε από τον Διαμαντή Χιώτη, τον εξαιρετικά ταλαντούχο και χαρισματικό γιο του Μανώλη Χιώτη, με τον οποίο έχω την τιμή να μπορώ να πω πως έχουμε γίνει πλέον φίλοι, το γεγονός ότι ο Μανώλης Χιώτης, αντίθετα με τη φήμη που έχει διαρρεύσει, δεν ζήτησε ποτέ πίσω από τη Μαίρη Λίντα τα δώρα που της είχε κάνει μετά τον χωρισμό τους.

Τότε άρχισα να υποψιάζομαι – γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το είχα σκεφτεί σοβαρά – πως μάλλον υπάρχουν συγκεκριμένοι ηθικοί κώδικες για κάθε στιγμή της ζωής, όσο καθημερινή και εύκολη ή, αντίθετα, όσο δύσκολη και βαριά κι αν είναι. Και έτσι αποκτά σημασία το πώς συμπεριφέρεται κανείς στις ιδιωτικές του στιγμές, εκεί όπου δεν τον βλέπει κανείς, ακόμη κι αν δεν το μάθει ποτέ κανείς. Εχει μια σημασία για την ανθρωπότητα, με έναν τρόπο, για το ανθρώπινο είδος. Μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια μπορεί να φανερώσει τη στόφα ενός ανθρώπου, μιας σχέσης ή ακόμη και μιας ολόκληρης εποχής.

Αντιλαμβάνομαι ότι ο Διαμαντής Χιώτης συμμετείχε συμβουλευτικά στην προετοιμασία του έργου…

Ο Διαμαντής Χιώτης συμμετείχε πράγματι στην προετοιμασία της παράστασης, αλλά παραπάνω από συμβουλευτικά. Είναι η πηγή του έργου μας. Και συμμετείχε όχι ακριβώς με τον τρόπο που θα περίμενε ενδεχομένως κανείς από έναν απόγονο μεγάλου καλλιτέχνη. Δηλαδή: συμμετείχε όχι για να πάρει αλλά για να προσφέρει απλόχερα.

Οχι για να περιφρουρήσει τυπικά το όνομα του πατέρα του μέσα από αυστηρότητα και περιοριστικούς κανόνες, αλλά για να προστατεύσει ουσιαστικά τη μεγάλη αυτή προσωπικότητα διά μέσου της μεγάλης ελευθερίας που μας πρόσφερε. Μιας ελευθερίας που ανάβλυζε μέσα από συγκεκριμένα κανάλια.

Μέσα από το κανάλι της περιγραφής του ήθους του Μανώλη Χιώτη, όπως λέγαμε πριν. Μέσα από το κανάλι της αγάπης. Της αγάπης που σημαίνει τηρώ, βλέπω αλλά δεν τυφλώνομαι.

Μετράω τον άνθρωπο που αγαπώ, τα προτερήματα και τα ελαττώματά του, με μια δικαιοσύνη. Οχι χαμηλά. Ούτε μέσα από μάταιες εξιδανικεύσεις. Με τον Αρη σταθήκαμε ως μαθητές και τον ακούσαμε.

Και έπειτα ελεύθερα διαχειριστήκαμε αυτό το φλεγόμενο υλικό. Δεν μπορώ να κλείσω σε λέξεις αυτό που ένιωσα όταν ο Διαμαντής είδε για πρώτη φορά την παράσταση. Ηταν όμως πολύ σημαντική η αντίδρασή του για εμένα.

Οι μουσικές βιογραφίες στο θέατρο έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια. Πώς αποφεύγει κανείς να υπηρετήσει μια μόδα και να δημιουργήσει ένα έργο που έχει πραγματικά λόγο ύπαρξης;

Μπορώ να πω μόνο μια φράση που άκουσα από έναν αμερικανό θεατρικό συγγραφέα στη Νέα Υόρκη. Πέρασαν χρόνια και ξέχασα το όνομά του, αλλά ποτέ δεν ξέχασα τη φράση του: “Γράφε για ό,τι σε κρατά ξάγρυπνο τη νύχτα”.

Πόσο σας ενδιαφέρει να αναγνωρίζει κανείς μια παράσταση ως «σκηνοθεσία της Ιόλης Ανδρεάδη»;

Δεν με ενδιαφέρει πολύ αυτό. Εγώ μπορεί να δω μετά από χρόνια μια συνάφεια, να συνθέσω από μνήμης μια ταυτότητα, για την οποία μπορεί να είμαι προσωπικά υπερήφανη γιατί τίμησα – απέναντι στον εαυτό μου – σχεδόν την κάθε στιγμή που μου δόθηκε. Γιατί κάθε φορά ξεκινώ από το μηδέν, χτίζεται κάτι άλλο, εκείνη τη στιγμή, μέρα με την ημέρα, που ίσως να πατά σε πράγματα ήδη εν μέρει αποφασισμένα, αλλά δημιουργεί μια άλλη γλώσσα κάθε φορά. Τη γλώσσα της κάθε παράστασης.

Πόσο δημοκρατική μπορεί να είναι τελικά μια πρόβα όταν ο τελευταίος λόγος ανήκει στον σκηνοθέτη;

Δεν ισχύει πως ο τελευταίος λόγος ανήκει στον σκηνοθέτη. Απλώς ο σκηνοθέτης καλείται συνήθως – ανάλογα με τον τρόπο της δουλειάς – να κάνει μια πρώτη επιλογή από συνεργάτες, ιδέες, πρακτικές εφαρμογές των ιδεών.

Συλλέγει – στην καλύτερη περίπτωση – στιγμές. Και τις συνθέτει, τις βάζει τη μία δίπλα στην άλλη. Αλλά το υλικό των συνεργατών του δεν μπορεί να το υποκαταστήσει. Μπορεί μόνο να το ενισχύσει. Ενισχύοντας την ελευθερία και το καλλιτεχνικό ένστικτό τους μέσα από συγκεκριμένα κανάλια.

Με μια συγκεκριμένη καθοδήγηση. Οσο πιο μεγάλη εμπιστοσύνη υπάρχει στον σκηνοθέτη από την ομάδα με την οποία συνεργάζεται, τόσο πιο πολύ μπορεί η καθοδήγηση αυτή να είναι εμπνευσμένη και να οδηγήσει σε ένα μέρος όπου θα υπάρχει καθαρότητα, διαύγεια και δεν θα κοροϊδεύουμε.

Αλλά επειδή το θέατρο είναι τέχνη ζωντανή, ολοζώντανη, πάντα, κάποιες μέρες ο σκηνοθέτης μπορεί να έχει την αίσθηση πως κορόιδεψε τους άλλους, κορόιδεψε και τον εαυτό του. Και έπειτα κάνει μια κουβέντα με τους συνεργάτες του και την επόμενη μέρα η παράσταση γίνεται κάτι άλλο πάλι, λίγο πιο οργανικό, λίγο πιο αρμονικό.

Στην Ελλάδα έχουμε πολλές σπουδαίες ηθοποιούς, αλλά συγκριτικά λίγες γυναίκες σκηνοθέτριες. Εχετε βρεθεί ποτέ αντιμέτωπη με σεξιστικές συμπεριφορές στον χώρο;

Εχω συνηθίσει να δουλεύω χωρίς να λαμβάνω υπ’ όψιν το φύλο μου. Αν εξαιρέσεις ότι όταν νιώθω άνετα με έναν θίασο μπορεί να φορέσω τα φουστανάκια μου, να ντυθώ άνετα όπως ντύνομαι και στη ζωή μου, κατά τα άλλα πιο πολύ νιώθω πως στην πρόβα πάω ως ένα μυαλό και ένα σώμα και λιγότερο πως πάω ως “γυναίκα”. Ισως να είναι και μηχανισμός άμυνας αυτός. Σεξιστικές συμπεριφορές, πάντως, κατά κανόνα έχω βιώσει εκτός πρόβας.

Υπήρξε ποτέ μια στιγμή που αμφισβητήσατε την επιλογή σας να ακολουθήσετε το θέατρο;

Ούτε μία στιγμή. Μόνο μπροστά σε κομβικές ώρες της ζωής, μέσα στα νοσοκομεία, όπου έχω βρεθεί είτε για εμένα, είτε για αγαπημένα πρόσωπα, σκέφτομαι πόσο σπουδαία τέχνη είναι η Ιατρική, πόσο πιο σπουδαία και μεγάλη και κεντρική από το θέατρο ή τη μουσική ή τη ζωγραφική.

Τα θεατρικά σας έργα φέρουν σταθερά την υπογραφή τη δική σας και του Αρη Ασπρούλη. Πώς λειτουργεί αυτή η δημιουργική συνύπαρξη;

Με συνεχή διάλογο. Τόσο έχουμε ζυμωθεί και προχωρήσει ως συγγραφείς ο ένας με τον άλλον που ο διάλογος αυτός υπάρχει στο μυαλό μου πολλές φορές πριν ξεκινήσει. Η συνύπαρξή μας είναι αλληλοσυμπληρωματική.

Εγώ βάζω πολλές φορές την αρχική ιδέα, το συναισθηματικό υλικό των χαρακτήρων. Εκείνος βάζει πολλές φορές αυτό που λείπει: έναν κεντρικό χαρακτήρα, εκείνον τον καθοριστικό μονόλογο, την καθαρότητα στον λόγο και μια “γεωμετρία” στη δομή.

Το “μυστικό” της συνεργασίας μας είναι ότι ποτέ, μέσα στα δώδεκα χρόνια που γράφουμε μαζί, δεν γράψαμε ούτε πρόταση μαζί. Γράφει ο καθένας μόνος του, μοναχικά και ελεύθερα, και ανταλλάσσουμε σκέψεις και “χέρια” του έργου μέχρι να φτάσουμε στο τελικό.

Η παράστασή σας με τίτλο «Κόκκαλο» επιστρέφει για έκτη συνεχόμενη χρονιά, από τον προσεχή Δεκέμβριο, στο Θέατρο Σημείο, ενώ παράλληλα συνεχίζει τη διεθνή της πορεία με παραστάσεις τον ερχόμενο Οκτώβριο στο Λονδίνο και, ακολούθως, τον Νοέμβριο στη Ρώμη. Πώς εξηγείτε αυτή τη μακροβιότητα;

Είναι μια παράσταση ακόμη ζωντανή. Δεν ξέρω γιατί. Αλλά όλοι μας – ο Αρης Ασπρούλης, ο Γιώργος Παλαμιώτης, ο Γεράσιμος Γεννατάς κι εγώ – νιώθουμε πως είναι κρίμα να σταματήσει αφού μας γεμίζει κάθε φορά που την επαναφέρουμε στη σκηνή.

Είστε από τις λίγες ελληνίδες σκηνοθέτριες των οποίων οι παραστάσεις παρουσιάζονται επανειλημμένα στο εξωτερικό. Πόσο δύσκολο είναι να χτίσει κανείς μια διεθνή πορεία ξεκινώντας από την Ελλάδα;

Πετραδάκι-πετραδάκι χτίζονται όλα. Με πολύ κόπο. Στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Αν έχεις χαμηλά το κεφάλι και κάνεις τη δουλειά σου, πάντα θα είναι δύσκολα. Αλλά ίσως έτσι μόνο να είναι και ωραία.

Οταν δεν δουλεύετε, ποια είναι η Ιόλη Ανδρεάδη; Υπάρχει χώρος στη ζωή σας για ξεκούραση;

Υπάρχει μεγάλος χώρος και μεγάλη ανάγκη για ξεκούραση. Ο χώρος αυτός της ξεκούρασης είναι τόσο μεγάλος και τόσο διεκδικεί την προσοχή μου που νιώθω πως εκτός δουλειάς δεν παρουσιάζω μεγάλο ενδιαφέρον ως άνθρωπος, αφού αγαπώ τα πολύ στοιχειώδη: το μαγείρεμα, τη σωματική άσκηση, το παιχνίδι, το διάβασμα και τη σιωπή.

INFO

«MANOLIS | καρδιά σε τέσσερις χορδές»: Αίθριο Κέντρου Πολιτισµού «Ελληνικός Κόσµος» (Πειραίως 254, Ταύρος), έως τις 9 Αυγούστου.       

Κλείστε εισιτήρια για την παράσταση «MANOLIS | καρδιά σε τέσσερις χορδές» στο inΤiquets.gr.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/vimagazino/ioli-crandreadi-crgrafe-gia-croti-se-krata-crksagrypno-crti-nyxta/ ανήκει στο θέατρο – ΤΟ ΒΗΜΑ .