Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
«Βρεθήκαμε σ᾿ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω .
Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μία μέρα…»
Διάλογος Πρώτος – Νίκος Καρούζος, 1956
Κάποτε, στον κήπο των ανθρώπων, πριν ακόμη μάθουν να χωρίζουν τη γη με σύνορα, πριν υψώσουν σημαίες πάνω από τα σώματα των εχθρών αλλά και των φίλων τους και πριν ο φόβος γίνει δεύτερη φύση τους, γεννήθηκε μια θεά. Οι άνθρωποι αυτού του κήπου αποφάσισαν να την ονομάσουν Ειρήνη. Εκείνη δεν είχε παλάτια και θρόνους. Δεν ζητούσε θυσίες, αίματα και θηριωδίες. Δεν ήθελε ούτε καν να τη λατρεύουν. Να την καταλάβουν ζητούσε. Να την προστατεύουν. Κι εκείνη, σε αντάλλαγμα, θα τους χάριζε την ομορφιά της και την αθανασία της. Θα καθόταν στα τραπέζια τους κάθε φορά που θα είχαν γιορτή και θα άκουγε τα τραγούδια τους, δακρύζοντας μαζί τους για αυτά. Θα περπατούσε στα χωράφια τους για να αναστήσει τη γη τους από την αρχή.
Για πολλά χρόνια οι άνθρωποι την αγαπούσαν. Ύστερα, όμως, άρχισαν να την ξεχνούν. Να τη βαριούνται. Να τη θεωρούν ξεμωραμένη, γριά κι άλλοι, υπερβολικά γλυκερή και ρομαντική. Κι έτσι, περιφρόνησαν τα τραγούδια της. Βλαστήμησαν την αθανασία της και ποδοπάτησαν τη σπορά της. Κι έφτιαξαν νέους θεούς. Παγκόσμιους. Ατομικούς και πυρηνικούς. Και έστρωσαν δάφνες και βάγια, για να πατήσουν οι πόλεμοι που ήρθαν ο ένας μετά τον άλλον. Και η γη τους, άλλαξε τα χρώματά της και τις σπορές της και έμαθε να σιτίζεται με το αίμα εκείνων που μοχθούσαν μέχρι τώρα για τα μεγαλώματά της. Και η Ειρήνη, εκείνη η παλιά θεά που κάποτε καθόταν ανάμεσά τους, άρχισε να περιπλανιέται σε άλλες πολιτείες. Σε άλλες γιορτές κι άλλα παζάρια που πάντα στο τέλος, απέμενε με τα ερείπιά τους στις χούφτες της.
Μέχρι που ήρθε από τα πέρατα, από εκεί που ο κόσμος συστέλλεται και διαστέλλεται και αναδημιουργείται χωρίς χρονικά όρια, ένας προσκυνητής. Ξυπόλυτος. Με ένα ζεστό δέρμα, ένα ζεστό χαμόγελο και ένα ζεστό ποίημα, να ακουμπήσει στα πόδια της. Δεν κρατούσε όπλα, ούτε σημαίες. Μόνο ιστορίες, μουσικές και λέξεις. Κάθισε δίπλα της. Της έπλυνε τις πληγές. Της χάιδεψε τα μάτια και της πρόσφερε κρασί. Γέλασε και έκλαψε με την κωμικοτραγικότήτα του γένους των ανθρώπων και στο τέλος, την κάλεσε ξανά με το όνομά της, την έπιασε από το μπράτσο και της ψιθύρισε: «Πάμε ξανά, μωρέ, προς τα πίσω;»
Η Ειρήνη στον κόσμο του Καραθάνου
Ο Νίκος Καραθάνος, παραμένει αυτός ο διαχρονικός ποιητής, που εδώ και χρόνια αναζητά μέσα στο θέατρο εκείνη τη χαμένη περιοχή όπου ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να συναπαντήσει τον άνθρωπο. Δεν ενδιαφέρεται για τις ιστορίες και τη γραμμικότητά τους, αλλά για το αποτύπωμα που αυτές αφήνουν, αφού ειπωθούν. Στον κόσμο του Καραθάνου το θέατρο δεν είναι καταφύγιο από την πραγματικότητα, αλλά ένας τρόπος να κοιτάξουμε ξανά όσα χάσαμε μέσα στον θόρυβο της εποχής. Την αθωότητα, το παιχνίδι, τη δυνατότητα να συγκινηθούμε και την πίστη πως η συνύπαρξη δεν είναι μια ουτοπία αλλά μια καθημερινή άσκηση ανθρωπιάς.
Γι’ αυτό και η επίσκεψή του στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, επιστρέφει πιο φιλοσοφικά και αναγκαία από ποτέ. Σαν να στενεύουν τα όρια και ίσα που προλαβαίνουμε αυτή η αρχαία, πληγωμένη θεά να μην μας ζητήσει να σταματήσουμε αυτή τη γη που αιματοβάψαμε, για να κατέβει. Ο Αριστοφάνης έγραψε μέσα στην Αθήνα του πολέμου. Ο Καραθάνος συνομιλεί με έναν κόσμο που έχει κουραστεί από τις συγκρούσεις, από την καχυποψία και από την αίσθηση πως ο άνθρωπος απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον πυρήνα του. Και αυτή να είναι η πιο βαθιά πολιτική πράξη της ποίησής του, η επιμονή του στην τρυφερότητα και στο «καλό» που αυτός ο κόσμος κυοφορεί.
Να ξανα-αρθρωθεί ο άνθρωπος
Και ίσως η λύση, απέναντι σε αυτό το διαχρονικό ερώτημα για το «πού πηγαίνουμε», να μην βρίσκεται τελικά μπροστά μας, αλλά πίσω μας. Τότε που ανακαλύπταμε τη φωτιά και μαθαίναμε πως είναι να ζεσταίνουμε τον κόσμο γύρω μας και όχι πως να τον καίμε. Τότε που είδαμε τον πρώτο – πρώτο άνθρωπο να σηκώνει μια πέτρα, να συσπειρώνει στρατούς γύρω του και να οπλίζει μίσος την ψυχή του. Και να τον πάρουμε αγκαλιά. Να του μάθουμε ξανά πώς να αγαπά. Πώς να κάνει έρωτα χωρίς να λυγίζει κάτω από τα «σωστά» των φυλών και των φύλων. Πώς να μην διχάζεται. Πώς να μην πυρώνει από μίσος. Πώς να συγχωρεί. Πώς να ελπίζει. Ίσως τελικά, να πρέπει να γυρίσουμε πίσω για να δούμε ποιες ραφές και ποια ράμματα αφήσαμε ανοιχτά. Να σκύψουμε πάνω στις πληγές της ανθρωπότητας και να τις ξαναμπαλώσουμε. Να γλείψουμε, με κατάνυξη, το αλάτι που εμείς οι ίδιοι ρίξαμε πάνω τους.
«Κάτσε ρε Ειρήνη…», θα πει κάποια στιγμή η θηλυκή Τρυγαία. Και καθώς συλλογίζονται πάνω σε ένα αθηναϊκό ύψωμα τη ζωή, το πριν και το μετά της ανθρωπότητας, μοιάζει για λίγο σαν να μην μένει πλέον τίποτα άλλο να κάνουνε. Και πράγματι: Τώρα τι κάνουμε; Τώρα που η Ειρήνη δεν κατεβαίνει πλέον από τον ουρανό, ούτε γεννιέται από τη γη; Ε, λοιπόν, τώρα και για τα επόμενα χίλια χρόνια, μπορούμε να έχουμε το θέατρο του Νίκου Καραθάνου. Αυτόν τον μικρό κήπο, μέσα στην έρημο του κόσμου. Αυτόν τον τόπο, όπου για λίγο οι άνθρωποι μπορούν να ξαναβρούν τα χαμένα τους ονόματα. Να θυμηθούν πως ήταν τότε που οι γιορτές και τα τραγούδια και τα δάκρυα ήταν ένα. Πώς είναι να πιστεύουν ξανά σε εκείνα τα θαύματα που μπορεί να γεννήσει η αυλή τους. Γιατί για τα άλλα, τα διεθνή και τα παγκόσμια, έχουμε καιρό. Και εάν κοιτάξουμε όλες αυτές τις αβαρίες που αφήσαμε πίσω, ίσως να προλαβαίνουμε. Και ίσως, για μια στιγμή, κάτω από τα φώτα της σκηνής, ανάμεσα σε μουσικές, σώματα και σιωπές, να μπορεί να ξανα-αρθρωθεί ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος με τη ζωώδη φύση του. Με τα κατάγματά του. Με τους γκρεμούς και τα υψώματά του. Ο άνθρωπος ο πρωτόπλαστος που, ακόμη κι αν λανθάνει, προλαβαίνει μέχρι την επόμενη ανατολή να αναγεννηθεί.



