Ο Christopher Nolan πήρε κάποιες τολμηρές αποφάσεις στην προσέγγιση της Οδύσσειας: από την επιλογή του Travis Scott για τον ρόλο του αοιδού μέχρι τη χρήση σύγχρονης γλώσσας και μη παραδοσιακών προφορών. Αυτές οι επιλογές άνοιξαν συζητήσεις περί ιστορικής ακρίβειας, κινηματογραφικών στερεοτύπων και του πώς πρέπει να προσαρμόζουμε κλασικά κείμενα για το σημερινό κοινό. Ας δούμε με απλά λόγια τι σημαίνουν όλα αυτά και γιατί προκαλούν τόσες αντιδράσεις.
Η επιλογή του Travis Scott ως…αοιδό
Η ιδέα να παίξει ένας σύγχρονος ράπερ τον αοιδό δεν είναι απλώς «μοντέρνα πινελιά». Ο Nolan επικαλείται την παράδοση της «προφορικής ποιητικής» (oral formulaic poetry) — την πρακτική που επέτρεπε σε ποιητές και αοιδούς να μεταδίδουν μεγάλες αφηγήσεις προφορικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση ενός καλλιτέχνη που ξέρει να αφηγείται με ρυθμό και μουσικότητα μοιάζει λογική. Υπάρχει μάλιστα νέο πρωτότυπο τραγούδι ραπ για την ταινία που υπογράφουν ο Travis Scott και ο Lud Gorson, κάτι που εντείνει την προσοχή στο πώς θα ενταχθεί αυτή η μουσική στο αφήγημα — ως εισαγωγή, ως επίκεντρο ή ως επίλογος.
Γλώσσα και προσέγγιση στο λόγο
Ο Nolan επέλεξε μια πολύ πιο σύγχρονη, άμεση γλώσσα — λέξεις όπως «dad» αντί για «father» μεταφράζονται στην ελληνική πραγματικότητα ως πιο καθημερινές εκφράσεις. Το επιχείρημά του είναι ότι η Οδύσσεια στους πρωιμότερους στίχους είναι «γνήσια, χωμάτινη και προσβάσιμη» και όχι πάντοτε επιτηδευμένα υψηλαισθητική. Η επιλογή αυτή στοχεύει στο «να κάνει την ιστορία ζωντανή για το σημερινό κοινό», να σπάσει μερικά αισθητικά στερεότυπα που έχουν σχηματιστεί από ζωγραφικά ή κινηματογραφικά πρότυπα.
Προφορές και κινηματογραφικό «ρεπερτόριο»
Μια άλλη συζήτηση αφορά τις προφορές: πολλοί περίμεναν βρετανικές προφορές σε ένα έπος όπως η Οδύσσεια, επειδή το σινεμά έχει συνηθίσει να «φορτώνει» το παρελθόν με βρετανικά φωνητικά στυλ. Ο Nolan επέλεξε Αμερικανικές προφορές, κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις για την «μη ιστορική» αίσθηση. Είναι αλήθεια ότι οι συνηθισμένες κινηματογραφικές συμβάσεις (π.χ. βρετανικές προφορές σε αρχαία ελληνικά ή ρωμαϊκά έργα) έχουν περισσότερο σχέση με αισθητική παρά με πιστότητα — αλλά η αλλαγή τους ξενίζει όσους έχουν συνηθίσει σε αυτό το «κινηματογραφικό λεξιλόγιο».
Διαχωρισμός κοινού και οι επαναλήψεις προβολής
Κάτι ενδιαφέρον που αναφέρεται είναι πως πολλές ταινίες του Nolan (π.χ. Oppenheimer, Tenet) εκτιμώνται περισσότερο σε δεύτερη προβολή. Ο λόγος: στην πρώτη φορά το κοινό μπορεί να νιώσει αποδιοργανωμένο από το μη τυπικό ύφος ή την πυκνή δομή. Στη δεύτερη προβολή, ο θεατής είναι πιο χαλαρός και συλλαμβάνει λεπτομέρειες που τον κερδίζουν. Αυτό θέτει ένα πρακτικό ερώτημα: μήπως κάποιες καινοτομίες απλά χρειάζονται χρόνο για να γίνουν αποδεκτές;
Ρεαλισμός, σεβασμός στην παράδοση και η «υποτίμηση» του κοινού
Υπάρχει και η άλλη πλευρά: κάποιοι πιστεύουν ότι το να «απλοποιήσεις» την Οδύσσεια ισοδυναμεί με υποτίμηση του κοινού. Το επιχείρημα είναι ότι το κοινό μπορεί να αντεπεξέλθει σε πιο απαιτητική γλώσσα και σύνθεση — και ότι υπάρχουν τρόποι να μεταφέρεις την πυκνότητα ενός αρχαίου κειμένου χωρίς να το «εξευρωπαϊστεις» ή να το «απλουστεύσεις». Η διαφωνία αυτή είναι βασικά ιδεολογική: τι σημαίνει σεβασμός στον Όμηρο; Πιστότητα στο γράμμα ή ζωή για τη σημερινή εποχή;
Τατουάζ, ρούχα και το πρακτικό κόστος της ιστορικότητας
Μια πιο καθημερινή αλλά ενδιαφέρουσα ιστορία αφορά τα τατουάζ των ηθοποιών. Τατουάζ σε εποχικές ταινίες είναι πρακτικό πρόβλημα: χρειάζονται ώρες για να καλυφθούν, φθείρονται με ιδρώτα και βροχή, και κάνουν τη δουλειά του κοστούμι και του μακιγιάζ πιο δύσκολη. Το παράδειγμα με τον Matt Damon είναι χαρακτηριστικό: μικρά, προσωπικά τατουάζ μπορεί να φαίνονται αθώα, αλλά σε μια παραγωγή περιόδου δημιουργούν επιπλέον εργασία. Η κουβέντα αυτή δείχνει πόσο λεπτομερής είναι η παραγωγή μιας ταινίας εποχής—ακόμη και οι πιο προσωπικές επιλογές των ηθοποιών έχουν συνέπειες.
Σχέση με τα social media και η αντίδραση στο διαδίκτυο
Ο Nolan φαίνεται να αντιμετωπίζει το διαδικτυακό θόρυβο με ψυχραιμία· δεν έχει smartphone και θεωρεί ότι οι προ-κυκλοφοριακές συζητήσεις είναι ανούσιες γιατί βασίζονται σε εικασίες και όχι στην ίδια την ταινία. Από την άλλη πλευρά, κάποιοι λένε ότι αυτή η αποστασιοποίηση μπορεί να τον αποκόπτει από το πως αντιλαμβάνεται το κοινό τη δουλειά του — δηλαδή να φαίνεται «εκτός τόπου». Είναι μια σύγκρουση μεταξύ δημιουργικής αυτοπεποίθησης και ανάγκης για επικοινωνία με το κοινό.
Ποιος κερδίζει από αυτές τις επιλογές;
Στο τέλος, οι επιλογές του Nolan μπορεί να προσελκύσουν νέο κοινό που θα δει την Οδύσσεια σαν κάτι «ζωντανό» και κοντινό, αλλά και να ξενίσουν τους παραδοσιακούς θεατές. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσεγγίσουμε την ταινία με ανοικτό μυαλό: να δεχτούμε ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να τιμήσεις τον Όμηρο και ότι μερικές καινοτομίες μπορεί να φανερωθούν καλύτερα μετά από δεύτερη προβολή.
Θα μοιραστώ μια μικρή πρόταση: αν σε ενδιαφέρει και η κριτική του σινεμά, δοκίμασε να δεις τέτοιες ταινίες δύο φορές πριν βγάλεις οριστικό συμπέρασμα — πολλές φορές η εμπειρία αλλάζει.
Σου άρεσε το άρθρο; Ήξερες κάποιες από αυτές τις πληροφορίες; Αν το βρήκες ενδιαφέρον, μοιράσου το κείμενο ή περιηγήσου στην ιστοσελίδα μας για περισσότερα σχετικά άρθρα.


