Η Ζάκυνθος του 19ου αιώνα είχε την σπάνια ιστορική τύχη να γεννήσει, σχεδόν ταυτόχρονα, τους δύο κορυφαίους πυλώνες της νεοελληνικής ποιητικής αναγέννησης: τον Διονύσιο Σολωμό (1798) και τον Ανδρέα Κάλβο (1792). Αν και οι δύο δημιουργοί μοιράζονταν την ίδια πατρίδα, έζησαν στην ίδια πόλη κατά την ίδια κρίσιμη ιστορική περίοδο και αφιέρωσαν το έργο τους στον ίδιο ιερό σκοπό —την Ελληνική Επανάσταση του 1821— δεν συναντήθηκαν ποτέ επίσημα, δεν αντάλλαξαν ούτε μια επιστολή και αγνόησαν επιδεικτικά ο ένας το έργο του άλλου.
Αυτή η «αόρατη» σχέση, γεμάτη από εκκωφαντική σιωπή, αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά και πολυσυζητημένα μυστήρια της ελληνικής γραμματείας. Πρόκειται για μια πνευματική συνύπαρξη που δεν χαρακτηρίστηκε από ανοιχτή εχθρότητα, αλλά από μια βαθιά, αγεφύρωτη απόσταση —ταξική, ιδεολογική και αισθητική.
Δύο Διαφορετικοί Κόσμοι στην Ίδια Πόλη
Για να κατανοήσουμε το χάσμα ανάμεσά τους, πρέπει να εξετάσουμε το κοινωνικό και οικονομικό τους υπόβαθρο στην υπό βρετανική προστασία Ζάκυνθο:
- Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε μέσα στην απόλυτη υλική άνεση. Ήταν γιος του πλούσιου κόμη Νικόλαου Σολωμού, σπούδασε στην Ιταλία, έζησε ως αριστοκράτης και περιβαλλόταν πάντα από έναν κύκλο πιστών θαυμαστών και λογίων που τον αναγνώριζαν ως τον απόλυτο ηγέτη της επερχόμενης ελληνικής ποίησης.
- Ο Ανδρέας Κάλβος, αντίθετα, ήταν παιδί μιας λαϊκής, διαλυμένης οικογένειας. Έζησε τη ζωή του μέσα στην ανέχεια, την προσφυγιά και την απομόνωση. Αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά ως δάσκαλος και αντιγραφέας στην Ιταλία, την Αγγλία και τη Γαλλία. Όταν επέστρεψε στη Ζάκυνθο το 1826, κουβαλώντας στις αποσκευές του τις εκδομένες «Ωδές» του, αντιμετωπίστηκε από την τοπική κοινωνία ως ένας εκκεντρικός, απόμακρος και μοναχικός ξένος.
Όταν ο Κάλβος εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο το 1826, ο Σολωμός ήταν ήδη ο διάσημος δημιουργός του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν». Κι όμως, οι δύο άνδρες, που έμεναν σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων, επέλεξαν να μην επικοινωνήσουν. Ο Σολωμός δεν αναφέρει ποτέ το όνομα του Κάλβου στις επιστολές του, ούτε ο Κάλβος σχολιάζει ποτέ το έργο του Σολωμού.
Η Σύγκρουση των Ποιητικών Συστημάτων: Δημοτική εναντίον Αρχαΐζουσας
Η σιωπή τους δεν ήταν απλώς προσωπική αντιπάθεια, αλλά η αποτύπωση μιας μεγάλης μάχης για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Οι δύο ποιητές εκπροσωπούσαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετα αισθητικά και γλωσσικά σύμπαντα:
Η Δημοτική Πίστη του Σολωμού
Ο Σολωμός πίστευε ακράδαντα ότι η νέα ελληνική λογοτεχνία έπρεπε να θεμελιωθεί πάνω στη ζωντανή γλώσσα του λαού, τη δημοτική, και στα πρότυπα του κρητικού θεάτρου και του δημοτικού τραγουδιού. Ήθελε μια ποίηση που να μιλάει απευθείας στην ψυχή του έθνους, χρησιμοποιώντας τις λέξεις που μιλούσαν οι ίδιοι οι αγωνιστές στα χαρακώματα.
Ο Ιδιότυπος Αρχαϊσμός του Κάλβου
Ο Κάλβος, επηρεασμένος από τον ιταλικό νεοκλασικισμό και τον δάσκαλό του, Ούγκο Φόσκολο, δημιούργησε ένα εντελώς προσωπικό γλωσσικό όργανο. Παντρεύοντας την αρχαΐζουσα με τη δημοτική, και επιβάλλοντας μια αυστηρή, δική του στιχουργική μορφή (την καλβική στροφή), θέλησε να δώσει στον Αγώνα ένα ένδυμα ιερατικό, δωρικό και μνημειακό. Η ποίηση του Κάλβου δεν είχε σκοπό να τραγουδηθεί στα πανηγύρια, αλλά να χαραχτεί σαν μάρμαρο στην ιστορία.
Αυτή η διαφορά ήταν αδύνατον να γεφυρωθεί. Για τον κύκλο του Σολωμού, η γλώσσα του Κάλβου φάνταζε τεχνητή, σκληρή και αναχρονιστική. Για τον Κάλβο, η σολωμική προσκόλληση στη δημοτική ίσως στερούνταν της φιλοσοφικής και κλασικής σοβαρότητας που απαιτούσε η περίσταση.
Δύο Διαφορετικές Οπτικές για την Ελευθερία
Ακόμα και στον τρόπο που αντιλαμβάνονταν την Ελληνική Επανάσταση, οι δύο Ζακύνθιοι διέφεραν ριζικά.
Ο Σολωμός έβλεπε την Ελευθερία ως μια ιδέα θεϊκή, μεταφυσική, μια απόλυτη ηθική αξία που ταυτιζόταν με το δίκαιο και την αλήθεια. Η ποίησή του (ειδικά στα κατοπινά «Μεγάλα Σχεδιάσματα») αγγίζει το φιλοσοφικό ύψος του ρομαντισμού, όπου ο αγώνας γίνεται εσωτερικός και πνευματικός.
Ο Κάλβος, αντίθετα, έβλεπε την Επανάσταση μέσα από το πρίσμα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και των ιδεών του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η δική του ελευθερία απαιτεί «Αρετήν και Τόλμην». Είναι μια ελευθερία πολιτική, που κινδυνεύει από τη διχόνοια, τη διαφθορά και την προδοσία (όπως είδαμε στην ωδή «Εις τον προδότην»). Ο Κάλβος είναι πιο γήινος, πιο πολιτικός και πιο αυστηρός κριτής των λαθών του Αγώνα.
Η Ιστορική Δικαίωση: Από τη Λήθη στην Κοινή Κορυφή
Η μοίρα των δύο ποιητών μετά τον θάνατό τους υπήρξε εξίσου ασύμμετρη. Ο Σολωμός αναγνωρίστηκε αμέσως ως ο Εθνικός Ποιητής της Ελλάδας, το έργο του μελετήθηκε, λατρεύτηκε και αποτέλεσε τη βάση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.
Ο Κάλβος, απογοητευμένος από την αδιαφορία των συγχρόνων του, εγκατέλειψε οριστικά την ποίηση μετά το 1826, έφυγε για την Αγγλία και πέθανε στην αφάνεια το 1869, χωρίς να ξαναγράψει ούτε έναν ελληνικό στίχο. Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες, μέχρι το 1888, όταν ο Κωστής Παλαμάς με μια ιστορική διάλεξη «ανέσυρε» τον Κάλβο από τη λήθη, αποδεικνύοντας ότι το έργο του ήταν ισάξιο του σολωμικού.
Συμπέρασμα: Οι Δύο Όψεις του Ίδιου Νομίσματος
Η «σχέση» Σολωμού και Κάλβου είναι το πιο τρανό παράδειγμα ότι η τέχνη δεν χρειάζεται τη συμφωνία για να μεγαλουργήσει. Οι δύο ποιητές, γυρίζοντας την πλάτη ο ένας στον άλλον, κατάφεραν να καλύψουν ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής ψυχής.
Ο Σολωμός έδωσε στο έθνος το συναίσθημα, τη μουσικότητα και τη ζωντανή γλώσσα· ο Κάλβος τού έδωσε το ηθικό βάθος, τη δωρική αυστηρότητα και το κλασικό μέτρο. Σήμερα, μακριά από τις μικρότητες της εποχής τους, οι δύο «αιώνιοι ξένοι» της Ζακύνθου κάθονται δίπλα-δίπλα στον θρόνο των εθνικών μας δημιουργών, αποδεικνύοντας ότι η ελληνική ποίηση χρειάζονταν και τη σολωμική ευαισθησία και την καλβική αρετή για να αναγεννηθεί.
Γνώριζες αυτήν τη σχέση και τις διαφορές μεταξύ των δύο κορυφαίων ποιητών του Ελληνισμού; Αν θέλεις κοινοποίησε για να μάθουν κι άλλοι.
