Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Ο Ντομένικο Σκαντέλα, γνωστός ως Μενόκιο, μυλωνάς στο Φρίουλι του τέλους του 16ου αιώνα, ήταν αναμφίβολα ένας ιδιαίτερος άνθρωπος. Όχι μόνο εξαιτίας του αψύ χαρακτήρα και της τάσης του προς τη διαφωνία, αλλά και λόγω της ιδιοσυγκρασιακής άποψής του για τον κόσμο: διέδιδε, σε όποιον ήθελε να ακούσει, πως το σύμπαν ήταν αρχικά άμορφο, έπειτα έγινε μια μάζα σαν τυρί και από εκεί εμφανίστηκαν σαν σκουλήκια ο Θεός και οι άγγελοι. Για την Καθολική Εκκλησία της Αντιμεταρρύθμισης που μαχόταν ήδη επί δεκαετίες τον προτεσταντισμό παρόμοιες αιρέσεις καταπολεμούνταν χωρίς πολλή περίσκεψη: αφού συνελήφθη και έλαβε μια πρώτη προειδοποίηση, ο Μενόκιο κάηκε στην πυρά το 1599.
Την ιστορία του ανακάλυψε στα αρχεία της Ιεράς Εξέτασης ο Κάρλο Γκίνζμπουργκ, γιος της διάσημης Ιταλίδας συγγραφέως Νατάλια Γκίνζμπουργκ, εξέχων Ιταλός ιστορικός που δίδαξε στα πανεπιστήμια της Μπολόνια, του UCLA, της Scuola Normale Superiore στην Πίζα και πέθανε στις 17 Ιουνίου σε ηλικία 87 ετών. Και το magnum opus του, Το τυρί και τα σκουλήκια (πρωτότυπη έκδοση 1976, σε ελληνική μετάφραση Κώστα Κουρεμένου το 1994 από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια), υπήρξε ταυτόχρονα θελκτικό ανάγνωσμα, κατάδυση στον κόσμο των απλών ανθρώπων της πρώιμης νεότερης Ευρώπης, έξοχο δείγμα της μικροϊστορίας.
Προχριστιανικό υπόστρωμα παραδόσεων
Το επίτευγμα του Γκίνζμπουργκ ήταν ότι ανέσυρε από τα αρχεία της Ιεράς Εξέτασης άγνωστες φωνές των ταπεινών της εποχής. Ναι μεν διαμεσολαβημένες από τους πρακτικογράφους της εκκλησίας, διατηρώντας όμως τα αποτυπώματα του σφρίγους και της διαφορετικότητάς τους. Τόσο στην περίπτωση του Μενόκιο όσο και σε εκείνη των «benandanti» (χωρικών του Ούντινε που οραματίζονταν νυχτερινές εναέριες μάχες με μάγους που επιβουλεύονταν τη σοδειά τους), ο Ιταλός ιστορικός ανακάλυψε τα ίχνη ενός προχριστιανικού υποστρώματος παραδόσεων το οποίο ενσωματώθηκε στη λαϊκή θρησκεία. Με την έλευση της τυπογραφίας η προφορική αυτή κουλτούρα ήρθε σε τριβή με τον γραπτό λόγο παράγοντας φαινόμενα όπως αυτό του εγγράμματου μυλωνά Ντομένικο Σκαντέλα.
Η εκπομπή ενός μηνύματος με συγκεκριμένες κατευθύνσεις ερμηνείας δεν αποτελεί απαραίτητα και εγγύηση ότι η πλευρά του παραλήπτη θα εστιάσει στα ίδια σημεία ή θα αντλήσει παρόμοια συμπεράσματα. Όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Μενόκιο, καίριο ρόλο στην αποκρυπτογράφηση ενός κειμένου παίζει η διανοητική συγκρότηση και το πολιτισμικό υπόβαθρο του αναγνώστη. Η παράδοξη κοσμολογία του μυλωνά από το Φρίουλι, η οποία στα μάτια των ιεροεξεταστών κατηγόρων του δεν ήταν παρά μια χυδαία διαστρέβλωση του δόγματος, για τους σημερινούς ιστορικούς αποτελεί μια επανεγγραφή των δεδομένων της καθολικής κατήχησης με το πρίσμα ενός ανθρώπου της υπαίθρου, διαθλασμένη μέσα από την προφορική του κουλτούρα. Αν και η περίπτωση του Μενόκιο φαντάζει ως ακραία, τόσο λόγω της διάσωσης όσο και εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των λεπτομερειών της, αυτό δεν αναιρεί τη χρησιμότητά της ως υπόμνησης της αβεβαιότητας που μπορεί πάντα να κρύβει ένα παρελθόν που θεωρούμε ήδη γνωστό. Ταυτόχρονα, και ελλείψει ενός πλήθους πηγών σαν εκείνο που αφορά την ανώτερη κλίμακα της προβιομηχανικής κοινωνίας, αποτελεί φακό μέσω του οποίου μπορούμε σήμερα να διακρίνουμε λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής και του νοητικού χάρτη των υπάλληλων στρωμάτων.
Κοιτώντας μέσα από τις ρωγμές της Ιστορίας
Το έργο του Κάρλο Γκίνζμπουργκ σηματοδοτεί το πέρασμα από την αιτιοκρατία στην κατανόηση. Η στιγμή της κοινωνικοεπιστημονικής προσέγγισης των Annales δίνει στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τη θέση της σε πιο ευέλικτες διατυπώσεις που υπογραμμίζουν τη σημασία του πολιτισμικού παράγοντα. Και σε αυτή την περίπτωση όμως δεν πρόκειται για μια «κατανόηση» με τους όρους του Μαξ Βέμπερ, μια κοινωνιολογική δηλαδή αφαιρετική οπτική, αλλά για μεθοδολογία πού αντλεί από τις «κοινωνιογενετικές και ψυχογενετικές» έρευνες του Νόρμπερτ Ελιας και έχει ως άμεσο πρόγονο τις ανθρωπολογικές μελέτες του Κλίφορντ Γκιρτς.
Δεν πρόκειται, επίσης, για μια «μεγάλη αντικατάσταση», όπως φοβούνταν κάποιοι πολέμιοι παρόμοιων προσεγγίσεων. Η μικροϊστορία και η ιστορία των νοοτροπιών, Η επιστροφή του Μαρτίνου Γκερ της Νάταλι Ζίμον Ντέιβις ή το Μονταγιού του Εμανουέλ Λερουά Λαντιρί, υπήρξαν ματιές συμπληρωματικές, επεδίωκαν να δουν μέσα από τις ρωγμές της Ιστορίας, να διορθώσουν, όχι να εξαλείψουν το καθιερωμένο μοντέλο της. Τα γεγονότα μπορεί να ήταν η «σκόνη της Ιστορίας» κατά τον Φερνάν Μπροντέλ, ωστόσο ακόμη και στη διάσημη Μεσόγειο του ίδιου με την έμφαση στον σχεδόν ακίνητο χρόνο της γεωγραφίας και του κλίματος και στο μεσαίο επίπεδο των θεσμών, του πολιτισμού, της κοινωνίας, η «βραχεία διάρκεια» ούτε εκβάλλεται ούτε αποσιωπάται: ο τρίτος τόμος του έργου συνιστά μια υποδειγματική γεγονοτολογική αφήγηση.
«Όσα περισσότερα ανακαλύπτουμε για το διανοητικό σύμπαν των ανθρώπων εκείνων τόσο περισσότερο εκπλησσόμαστε από την πολιτισμική απόσταση που μας χωρίζει», παρατηρούσε ο Γκίνζμπουργκ για τα υποκείμενα της έρευνάς του. Πράγματι, η εξοικείωση με ένα σύστημα σκέψης, εννοιών, πεποιθήσεων που δεν υπάρχει πλέον προϋποθέτει και ένα είδος ανοικείωσης – της απομάκρυνσης από το αναμενόμενο και της προετοιμασίας να υποδεχθούμε το ασυνήθιστο. Με τις μελέτες του αυτές ο Κάρλο Γκίνζμπουργκ άνοιξε το παράθυρο σε έναν ολόκληρο νέο ορίζοντα θέασης του παρελθόντος.


