Skip to content

Παραμονή Χριστουγέννων.Έξω έχει ομίχλη, κρύο και μια πόλη που βιάζεται να νιώσει χαρά. Μέσα, όμως, δεν είναι όλοι έτοιμοι. Κάποιοι στέκονται λίγο πιο πίσω από τα φώτα, κρατώντας αποστάσεις από τις ευχές, όπως ο Σκρουτζ κρατά αποστάσεις από τη ζεστασιά.Μια φορά κι έναν καιρό, κάποια παραμονή Χριστουγέννων, ο γερο-Σκρουτζ βρισκόταν απασχολημένος στο λογιστήριό του. Έκανε κρύο τσουχτερό και ήταν σκοτεινά από την καταχνιά. Άκουγε τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν έξω στο δρομάκι ξεφυσώντας, τρίβοντας τα χέρια και χτυπώντας τα πόδια στο λιθόστρωτο για να ζεσταθούν. Το ρολόι της πόλης έδειχνε μόλις τρεις τ’ απόγευμα, μα είχε κιόλα σκοτεινιάσει. O καιρός ήταν μουντός ολημερίς και τα κεριά τρεμόλαμπαν στα παράθυρα από τα γειτονικά γραφεία σαν κόκκινες κηλίδες στην καφετιά, βαριά ατμόσφαιρα. Η ομίχλη ξεχυνόταν και τρύπωνε σε κάθε χαραμάδα και κλειδαρότρυπα κι ήτανε τόσο πυκνή που, αν και το σοκάκι ήταν στενό, τα σπίτια αντικρύ μόλις και αχνοφαίνονταν. Βλέποντας το σκούρο σύννεφο να χαμηλώνει κατά τη γη σκοτεινιάζοντας το καθετί, θα ’λεγε κανείς πως η φύση ανάσαινε εκεί κοντά και σκαρφιζόταν κάτι τρομερό.Εικονογράφηση του A. Pάκχαμ
από το βιβλίο Ύμνος των Xριστουγέννων
του K. Nτίκενς

— Έλα τώρα, αποκρίθηκε εύθυμα ο ανιψιός. Εσύ με ποιο δικαίωμα είσαι σκυθρωπός; Τι λόγο έχεις να ‘σαι στις κακές σου; Είσαι δα αρκετά πλούσιος!

O Σκρουτζ, μην έχοντας καμιά καλύτερη απάντηση πρόχειρη, έκανε ξερά «Μπα!» και το συνόδεψε μ’ ένα «Σαχλαμάρες!».

— Μη θυμώνεις, θείε, είπε ο ανιψιός.

— Και τι άλλο μπορώ να κάνω, αποκρίθηκε εκείνος, όταν ζω σ’ έναν κόσμο με τόσους χαζούς; Καλά Χριστούγεννα! Ξορκισμένα να ‘ναι τα Χριστούγεννα! Και σάμπως δεν είναι για σένα τα Χριστούγεννα μια εποχή που πρέπει να πληρώνεις λογαριασμούς δίχως να ‘χεις λεφτά; Μια εποχή που σε βρίσκει ένα χρόνο μεγαλύτερο κι ούτε μια στάλα πλουσιότερο; Μια εποχή που κάνεις τους ισολογισμούς σου και βρίσκεις ότι ζημιώνεις; Αν ήταν στο χέρι μου, συνέχισε αγανακτισμένος, τον κάθε ηλίθιο που τριγυρίζει λέγοντας με το παραμικρό «Καλά Χριστούγεννα» θα τον έβαζα να βράσει μέσα στην ίδια του την πουτίγκα και να θαφτεί μ’ ένα παλούκι από λιόπρινο χωμένο στην καρδιά του. Έτσι θα ‘πρεπε!

— Θείε!, παρακάλεσε ο ανιψιός.

— Ανιψιέ, αποκρίθηκε ο θείος αυστηρά, γιόρταζε τα Χριστούγεννα με το δικό σου τρόπο κι άσε με εμένα να τα γιορτάζω με το δικό μου.

— Γιόρταζέ τα, λοιπόν!, είπε εκείνος. Όμως, δεν το κάνεις.

— Άφησέ με τότε να τα περάσω μονάχος μου. Μωρέ, πολύ καλό θα σου κάνουν! Πολύ καλό σου έκαναν ως τα τώρα!

— Yπάρχουν, υποθέτω, πολλά πράγματα που θα μπορούσα να ’χα δει καλό, μα δεν επωφελήθηκα, απάντησε ο ανιψιός. Κι ανάμεσα στ’ άλλα, είναι και τα Χριστούγεννα. Όμως, είμαι βέβαιος πως πάντα τα συλλογιζόμουν, χώρια από το σεβασμό που τους έπρεπε για το ιερό τους όνομα και την προέλευση —αν είναι, βέβαια, δυνατόν κάτι που ανήκει σ’ αυτά να το βλέπεις ξεχωριστά— σαν μια εποχή καλή, ευχάριστη. Μια εποχή όλο καλοσύνη και συμπόνια, φιλευσπλαχνία και χαρά. Η μόνη απ’ όσες ξέρω μέσα στο μακρύ ημερολόγιο του χρόνου όπου άντρες και γυναίκες, σαν μια ψυχή, ανοίγουν λεύτερα τις καρδιές τους και αναλογίζονται τους άλλους σαν πραγματικούς συνταξιδιώτες προς τον τάφο, κι όχι σαν μια άλλη ράτσα πλασμάτων που έχουν διαφορετικό προορισμό. Γι’ αυτό, θείε, μ’ όλο που ποτέ δεν έβαλα μήτε ένα κομματάκι χρυσό ή ασήμι στην τσέπη μου, πιστεύω πως μου έκαναν καλό και πως θα μου κάνουν. Για τούτο λέω: ας είναι ευλογημένα!

Γιατί κάνουμε δώρα τα Χριστούγεννα; Η παράδοση που κουβαλάει αρχαίους θεούς, μάγους και μια ανάγκη βαθύτερη από τη γιορτή

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.lavart.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%83%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B6-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF/ ανήκει στο Lavart .