Τα Χριστούγεννα του 2004, μία σκηνοθέτις που βασανίζεται από κρίσεις πανικού και ημικρανίες καταλήγει να εξαρτάται από τη χρήση ηρεμιστικών χαπιών. Στο 2026, ένας σκηνοθέτης σε κρίση έμπνευσης αποφασίζει να «δανειστεί» στοιχεία από τη ζωή της για να γράψει ένα σενάριο που θα του επιτρέψει να επιστρέψει στο σινεμά μετά από απουσία χρόνων.
Εάν λάβουμε υπόψη ότι οι «Πικρές Γιορτές» είναι μία απόλυτα αυτοαναφορική ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ και συνδυάσουμε αυτό το γεγονός με τις άνωθεν χρονολογίες, τότε ο Ισπανός σκηνοθέτης αισθάνεται πως η δημιουργική του περίοδος από την «Κακή Εκπαίδευση» (2004) έως και σήμερα βρισκόταν σε μία κατάσταση… κρίσης πανικού! Και σαφώς ανέμπνευστη, όπως προκύπτει από τα «συμφραζόμενα» της πλοκής τούτου του φιλμ. Σε αυτό μπορώ να συμφωνήσω μαζί του, απόλυτα! Αλλά δεν θα ταυτιστώ με τις «γιορτές» του (ελληνικού) τίτλου, καθώς σχεδόν δύο ώρες μετά την παρακολούθησή του (και κάμποσα χασμουρητά…), το μόνο πράγμα που συγκράτησα εδώ ήταν η πίκρα.
Είναι πρωτίστως παράδοξο να κάνει κανείς μία ταινία στην οποία δηλώνει (αρκετά τίμια και εξομολογητικά) πως το μυαλό και η πένα του έχουν στερέψει εδώ και (τουλάχιστον) δύο δεκαετίες! Η πρόθεση της συγγραφής του συγκεκριμένου σεναρίου φαντάζει κάπως ψυχοθεραπευτική, όμως, τα αδιέξοδα του Αλμοδόβαρ παραμένουν και (ειδικά) φιλμικά δεν αποδίδουν πετυχημένα σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Οι «Πικρές Γιορτές» αποτελούν έναν περίεργο καταστασιακό αχταρμά ο οποίος μπερδεύει το fictional της αφήγησης με τα ρεαλιστικά ζόρια της ζωής (που υποτίθεται πως πρέπει να εμπνέουν έναν δημιουργό) και όλο αυτό μαζί μπλέκει με μία υποθετική «ταινία μέσα στην ταινία» που μετατρέπει το «τοπίο» της πλοκής σε μία αδικαιολόγητη (και άνευ ουσίας ή εξυπνάδας, τελικά) «θολούρα» εκτροπής.
Αποτυγχάνοντας να ιδωθεί ως μία ταινία, όλο αυτό το πηγαινέλα της ιστορίας εκθέτει τα σεναριακά κενά και τους ανολοκλήρωτους στόχους της, προβλήματα τα οποία προσπαθεί να συμμαζέψει (αρκετά άδοξα) η μεγάλη σεκάνς διαλόγου της κορύφωσης ανάμεσα στον σκηνοθέτη και μία πρώην βοηθό του που τον επικρίνει σκληρά για την εκμετάλλευση των ανθρώπων που έχει γύρω του. Πριν από τούτη τη σεκάνς, όμως, χαρακτήρες πάνε κι έρχονται, χάνονται δίχως ν’ αφήνουν στοιχειώδες αποτύπωμα ή να δικαιολογούν την παρουσία τους, ιδέες ανακυκλώνονται σε μία απόπειρα «παράλληλων» βίων και ο θεατής αναζητά απεγνωσμένα ένα κάποιο «κέντρο βάρους» της δράσης για να αισθανθεί… άραγε ποιον από όλους αυτούς τους ήρωες;
Μένει στη μνήμη η τυπική βαρύτητα των μελωδιών του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας και ο… παραπεταμένος «χαρακτήρας» του εραστή της σκηνοθέτιδας γιατί θυμίζει τον παλιό, «θεόκουλο» εαυτό του Αλμοδόβαρ (επαγγέλλεται πυροσβέστης, αλλά στα ρεπό του κάνει τον stripper!), ένας «αντικατοπτρισμός» του εραστή του φιλμικού σκηνοθέτη, ο οποίος περισσότερο μοιάζει με «διακοσμητικό» χώρου στο διαμέρισμά του παρά με σύντροφο. Ίσως μία εκμυστήρευση της μοναξιάς που νιώθει (;) ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ. Ο ψυχαναλυτής του Πέδρο πρέπει να προσθέσει πολλές υπερωρίες…

