Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Κωνσταντίνος Παρθένης: Η επεισοδιακή διαδρομή και το δραματικό τέλος ενός ζωγράφου με βαρύ αποτύπωμα

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης ζήτησε από τους μαθητές του να εφαρμόσουν το σύστημα που τους δίδαξε και να αποτυπώσουν τη φύση. Ο ένας εξ αυτών, ο πιο απείθαρχος, δυσανασχέτησε στην προοπτική ότι γι άλλη μια φορά θα ακούσει τη γκρίνια του δασκάλου ότι δεν ακολουθεί τη μέθοδο που έχει διδάξει. «Δεν μπορώ. Δεν θέλω την ευθεία, την καμπύλη, τον τόνο, τη σύνθεση. Δεν είμαι εγώ αυτός. Δεν είναι αυτή η φύση μου» του είχε αντιμιλήσει ο νεαρός από την πρώτη ακόμη γνωριμία τους δίνοντας το στίγμα μίας προοιωνιζόμενης δύσκολης συνεργασίας. Βλέπεις, ο μαθητής θεωρούσε ότι τέχνη είναι η φύση του ζωγράφου. Ο δάσκαλος πάλι, θεωρούσε ότι εκτός από φύση τέχνη σημαίνει και μέθοδος.

Για να μην υποστεί πάλι τις επιπλήξεις του δασκάλου του, ο μαθητής αποφάσισε να σταθεί πλάι στον καλύτερο της τάξης. Εκείνον, που ακολουθούσε κατά γράμμα τις δασκαλίστικες υποδείξεις και νουθεσίες. «Θα κάνω ό,τι κάνει αυτός. Έτσι, θα γλυτώσουμε κι εγώ και ο δάσκαλος» είπε και έπραξε ο νεαρός.







Όταν ο Κωστής θα αναχωρήσει για το Παρίσι, όπου πρόκειται να αφήσει ισχυρό καλλιτεχνικό στίγμα σε διάφορα σαλόνια, θα έχει μαζί του τη γυναίκα της ζωής του. Οι δυο τους επιστρέφουν πια οριστικά στην Ελλάδα μέσω Κέρκυρας. Εκεί ο Κωστής εντάσσεται στη «Συντροφιά των εννιά», μία ομάδα διανοουμένων που έχει συσπειρωθεί γύρω από το περιοδικό «Κερκυραϊκή Ανθολογία», κομίζοντας στην Ελλάδα ευρωπαϊκές νεωτερικές τάσεις και προοδευτικές ιδέες.


Αυτή την ταραγμένη περίοδο του μεσοπολέμου, ο Ακαδημαϊσμός, δηλαδή η υπεροχή του σχεδίου έναντι των χρωμάτων, η αυστηρά καθαρή γραμμή και το φινιρισμένο αποτέλεσμα της ζωγραφικής αποτύπωσης, που σχετίζεται με τον πολιτικό συντηρητισμό, παραμένει κυρίαρχος στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Ωστόσο, ένα προοδευτικότερο τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης, που συνδέεται με τον φιλελευθερισμό του Βενιζέλου, διακρίνει και στην τέχνη την ανάγκη της νεωτερικότητας ως έκφρασης εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι, η «Ομάδα Τέχνη» των νεωτεριστών εικαστικών βρίσκει θερμούς υποστηρικτές στους κύκλους των φιλελευθέρων, αλλά και τον ίδιο τον Βενιζέλο, ο οποίος μάλιστα το 1919 εγκαινιάζει στο Παρίσι, στην Galerie de “La Boetie”, έκθεση 30 έργων της Ομάδας.


Είναι, βλέπεις, τέτοια η σύγχυση με την οποία αντιμετωπίζεται η εδώ η νεωτερικότητα, που ο όρος «φουτουρισμός» αποδίδεται συλλήβδην στο σύνολο της σύγχρονης τέχνης με αρνητικό πάντα πρόσημο. Αν σκεφτεί κανείς ότι το κίνημα του Φουτουρισμού, που αναπτύσσεται αυτή την εποχή στην Ιταλία, στοχεύει σε ρήξη με το παρελθόν και την παράδοση και στη στροφή προς μία τέχνη που εκφράζει την τεχνολογία, τις μηχανές, την ενέργεια, τον θόρυβο της σύγχρονης πόλης, αντιλαμβάνεται ότι ουδεμία σχέση έχει ο Παρθένης και το έργο του με αυτόν. Η αλήθεια είναι πως το έργο του είναι αντισυμβατικό, αλλά όχι και φουτουριστικό. Άλλωστε, αντισυμβατική είναι και η ζωή ολόκληρης της οικογένειας στο σπίτι εκεί στα ριζά της Ακρόπολης. Για παράδειγμα, ο ίδιος με τη σύζυγό του συνομιλούν στα Γαλλικά, ενώ η γλώσσα στην οποία επικοινωνούν με τα παιδιά τους είναι η ιταλική.


Οι ακαδημαϊκοί της εποχής ενοχλούνται από την πληθώρα των μαθητών που συρρέουν στο εργαστήριό του. Τσαρούχης, Εγγονόπουλος, Διαμαντόπουλος, Μανουσάκης, Μολφέσης, Μιγάδης, Τέτσης, Μόραλης αφομοιώνουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο τα διδάγματα του δασκάλου τους. Εκείνος επιχειρηματολογεί ανοικτά πλέον υπέρ των νεωτερισμών και της Νέας Τέχνης και η εποχή της ανησυχίας και της αναζήτησης ευνοεί τη δική του, την προσωπική του επανάσταση. Οι συνάδελφοί του στη Σχολή φοβούνται μήπως απωλέσουν την κυριαρχία τους στην αγορά της τέχνης. Έπειτα είναι και τα προνόμια από τα θεσμικά αξιώματά τους, που υπονομεύονται κι αυτά από την αποδοχή του Παρθένη. Η δε στήριξη που απολαμβάνει από κάποιους εύπορους τραπεζίτες και επιχειρηματίες, όπως ο Δ. Μάξιμος και οι αδελφοί Λοβέρδοι, ρίχνει ξύδι στην… πληγή των καλλιτεχνικών αντιπάλων του.

ΕΝΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ

Το κατεστημένο τον πολεμά με νύχια και δόντια και κάποτε τον κάμπτει. Το 1947, ο Κωστής Παρθένης παραιτείται από τη Σχολή Καλών Τεχνών κουρασμένος από τον πόλεμο των συναδέλφων του και τις συνθήκες διδασκαλίας στη Σχολή. Ο Παναγιώτης Τέτσης περιγράφει: «Είδαμε (σσ. οι μαθητές του Παρθένη) το ζευγάρι (σσ. Κωστής και Ιουλία) να έρχεται από το βάθος της κιονοστοιχίας. Τον περιμέναμε τόσο καιρό… Μας χαιρέτησε, όπως συνήθιζε κάθε φορά, με χειραψία όλους, αλλά δεν προχώρησε να ιδεί τη δουλειά μας για μάθημα. Σε μίαν άκρη του εργαστηρίου πήρε επίσημη στάση, τον τριγυρίσαμε, ακολούθησε μία μικρή σιωπή και ακούστηκε η φωνή του “Ήλθα να σας πω ότι παραιτούμαι”. Μετά σιώπησε δίχως να πει τίποτ΄ άλλο. Βρεθήκαμε μετέωροι ξαφνικά. Οι κοπέλες αναλύθηκαν σε δάκρυα».

Δεν έχει συμπληρώσει την απαιτούμενη 20ετία. Του χορηγείται μία πενιχρή σύνταξη. Αποσύρεται στο σπίτι του, στα πόδια του βράχου της Ακρόπολης, όπου εργάζεται ώρες ατελείωτες. Δεν πουλά τα έργα του. Ακόμα κι αν η επιβίωση της οικογένειας γίνεται στην έσχατη ένδεια, εκείνος αρνείται να ζήσει από την τέχνη του, να αφήσει την ψυχή του σε άλλους. Σφραγίζει πόρτες και παράθυρα και επιβάλλει στον εαυτό του απομόνωση και σιωπή. Φωνή του στην επικοινωνία με τον έξω κόσμο γίνεται η Ιουλία του, αλλά εκείνος δεν επικοινωνεί ούτε με την ίδια, ούτε με την κόρη του. Ο γιος του έχει φύγει από καιρό, διαφωνώντας με τη στάση του πατέρα του, που συμπαρασύρει τη μάνα και την αδελφή του. Η Σοφία έχει εγκαταλείψει και τη Νομική, που αγαπούσε. Ασχολείται και εκείνη με τη ζωγραφική, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που κλείστηκε στο σπίτι με τους γονείς της. Θέλει να τους φροντίζει. «Ξυπνούσε στις 6 το πρωί. Πολλές φορές ανέβαινε στο ατελιέ να πάρη το ρόφημά του. Δεν ήθελε να τον ενοχλεί κανένας όταν ζωγράφιζε. Ούτε η μητέρα ούτε εγώ. Κατέβαινε το μεσημέρι για λίγο ίσα ίσα μόνο για να φάη. Και ύστερα ξαναγύριζε στο εργαστήρι του. Σταματούσε μονάχα όταν άρχιζε να σκοτεινιάζει. Πολλές φορές κοιμόταν εδώ. Του άρεσε να βρίσκεται ανάμεσα στα έργα του…» θα περιγράψει αργότερα ένα κομμάτι της καθημερινότητας του πατέρα της.

Και έρχεται κάποτε η στιγμή να ανοίξει ένας νέος κύκλος διαμάχης, αυτή τη φορά με το ελληνικό Δημόσιο. Τη δεκαετία του ΄50 η πολιτεία αποφασίζει να προχωρήσει στην ανάπλαση του χώρου πέριξ του βράχου της Ακρόπολης. Μέσα στον σχεδιασμό βρίσκεται και η απαλλοτρίωση και κατεδάφιση της κατοικίας του, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου στο ύψος της Ροβέρτου Γκάλλι. Είναι ένα σπίτι σε λιτή γραμμή Bauhaus, που σχεδίασε ο Δημήτρης Πικιώνης, κατά το δυνατόν διακριτικό για να μην αποσπά το βλέμμα από τον μεγαλόπρεπο βράχο. Το ποσό της αποζημίωσης μάλιστα, 2.850.000 δραχμές, έχει ήδη κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Αλλά ο Παρθένης δεν το εισπράττει, αρνούμενος να εγκαταλείψει το σπίτι του. Από το υπουργείο Οικισμού εκδίδεται εντολή αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και έξωσης των ιδιοκτητών. Όταν δικαστικοί κλητήρες και αστυνομικοί φτάνουν μπροστά στην πόρτα, ο ταμπουρωμένος μέσα στο σπίτι ζωγράφος απειλεί να αυτοπυρποληθεί μαζί με τα έργα του. Στην προοπτική να χρεωθεί τον θάνατο ενός σπουδαίου καλλιτέχνη και την απώλεια των έργων του η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή υποχωρεί και αναστέλλει την κατεδάφιση.

Στο μεταξύ, ο γηραιός πλέον καλλιτέχνης έχει αρχίσει να παραλύει. Η ζωή του επιδεινώνεται και μαζί και η ζωή της γυναίκας και της κόρης του. Τον Ιούνιο του 1966 η Ιουλία αφήνει την τελευταία της πνοή. Ο Κωστής εξακολουθεί να μένει κλεισμένος στο σπίτι με τη Σοφία, που τον φροντίζει σαν μωρό. Ο γιος του, με αίτηση στο πρωτοδικείο και με τη συνδρομή δικηγόρων και γιατρών, επιχειρεί να θέσει υπό επιτροπεία τον πατέρα του ως πάσχοντα από άνοια και να τον απομακρύνει από τη Σοφία, η οποία είναι παθολογικά προσκολλημένη επάνω του. Ο Νίκος προσκομίζει ιατρικές βεβαιώσεις ότι η αδελφή του πάσχει από «ψυχωτική συνδρομή παρανοϊκού τύπου». Τον Απρίλιο του 1967 το πρωτοδικείο αποφασίζει να θέσει τον Κωστή Παρθένη υπό δικαστική απαγόρευση, διότι «δεν είναι εις θέσιν να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του». Στις 18 Ιουλίου εισάγεται στον «Ευαγγελισμό». Δεν θα αντέξει περισσότερο από εβδομάδα. Λένε πως η τελευταία του λέξη ήταν «φως».

Μετά τον θάνατό του τα παιδιά του μοιράζουν την περιουσία του, αποδέχονται την απαλλοτρίωση του σπιτιού και εισπράττουν την αποζημίωση από το Ταμείο Παρακαταθηκών. Το 1968, η αγαπημένη κατοικία του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη στα ριζά του βράχου κατεδαφίζεται.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.protothema.gr/culture/article/1827370/konstadinos-parthenis-i-epeisodiaki-diadromi-kai-to-dramatiko-telos-enos-zografou-me-varu-apotupoma/?utm_source=rss ανήκει στο Πρώτο Θέμα: Πολιτισμός .