«Έμιλυ/ ταξιδεύεις ολομόναχη/ με λίγο αρυτίδωτο νερό/ στο μέρος της καρδιάς σου». (Miki De Goodaboom, «Emily Dickinson Dream» – detail). Then shuts the door. EMILY DICKINSONμε τη σκιά της λάμπας σου
να ζωγραφίζει μάγια
στου σούρουπου τα χνάρια…
Έξω άσπρα χιόνια
ή άσπρα τριαντάφυλλα
τα άγγιζες η έγκλειστη
κι έπιανες τους αγγέλους
μέσα σιωπή, το χαλί
η πέρδικα ζωγραφισμένη στο πιάτο
με τον κυνηγό της
στο τζάκι η φωτιά
μια συντροφιά άγρια κι ημερωμένη.
Γλιστρούν τα σκαλοπάτια
σαν γυάλινα
τα παράθυρα, βαθιά σφαλιστά μάτια
Άμερστ
ο ουρανός χαμηλός
στρώνεται κενός γύρω απ’ την εκκλησία
η μυρωδιά του κρύου βγαίνει από τη γη
οι στίχοι σου κρέμονται
σαν κλάδοι από ψηλά
Έμιλυ
ταξιδεύεις ολομόναχη
με λίγο αρυτίδωτο νερό
στο μέρος της καρδιάς σου
ανεβαίνεις και σιγοτραγουδάς
με στρογγυλά φωτεινά σώματα
γύρω τριγύρω στο λαιμό:
«Άλλος κανείς, άλλος κανείς ποτέ
κοντά στα χείλια».φαντάζομαι
μες στη δική μου νύχτα
όταν ο τρελός πετεινός
παράλογα ξυπνάει, κράζει
κι είναι η ησυχία
μια έκκριση εσωτερική
που μ’ εναρμονίζει με τα γύρω.
Παρακολουθώντας τον ύπνο της φύσης
βλέπω άγρυπνη τη λογική της σιωπής
να συμπεραίνει όνειρα
και μαντεύω λίγο
την άγρια εγκατάλειψη
στους στίχους
με το κεφάλι του έρωτα
κομμένο
να πλέει στους ατμούς της μνήμης.
Το πένθος της απουσίας
γίνεται μια κίνηση λυτρωτική
κι η νύχτα φανταχτερή
υπονοεί ελαφρότατα μυστικά
μια κοινωνία εσωτερική
από άφατες εμπνεύσεις.
Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

