Δυο πενηντάρηδες πλας, δυο αλκοολικοί, δυο ρεμάλια της κοινωνίας, δυο σκατόφατσες με λιγδωμένα μαλλιά, δυο άντρες που όταν ο παραιτημένος με την πάρτη τους πατέρας του ενός τους ρωτάει πότε επιτέλους θα μεγαλώσουν του απαντούν ότι είναι πολύ μεγάλοι πια για να μεγαλώσουν, δυο άντρες που επιδεικνύουν αντικοινωνική συμπεριφορά οδηγώντας τα βράδια σκνίπα, αποφεύγοντας με ταρζανιές τα αλκοτέστ και με τρικ τα αστυνομικά που τους καταδιώκουν, δυο άντρες που οδηγούν μια Τζάγκουαρ την οποία κάποτε αγόρασαν με τα λεφτά μιας κομπίνας που τους συντηρούσε, δυο άντρες αντιπαραδείγματα, που ούτε σε καμία μόδα μπορούν να χωρέσουν ούτε σε καμία ατζέντα, δυο άντρες που να τους υπερασπιστείς με επιχειρήματα δεν μπορείς, που βλέποντας όμως το «Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο»
Αυτοκινητόδρομοι που θα περάσουν πάνω από κήπους και επαύλεις ξεπεσμένων αριστοκρατών, όλα γίνονται με σκοπό να πηγαίνεις όσο πιο γρήγορα γίνεται από το ένα μέρος στο άλλο, μόνο που έτσι καταλήγεις να μην έχεις πουθενά να πας, να μην υπάρχει κάτι που διαφοροποιεί το ένα μέρος από το άλλο. Βρίσκεσαι διαρκώς στο ίδιο μέρος, στην ίδια ομογενοποίηση, στον ίδιο εξαμερικανισμό, στην ίδια κανονικότητα, εκεί που δυσκολεύονται να χωρέσουν δυο τύποι που δεν ξέρουν τίποτα κι όμως τα ξέρουν όλα.
Ο βασικός νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας ορίζει ότι όσο αυξάνεται η κατανάλωση ενός προϊόντος, η ικανοποίηση από κάθε επιπλέον μονάδα μειώνεται. Υπάρχει όμως μια εξαίρεση στο νόμο, ο νόμος και το σημείο κορεσμού του υπερβαίνεται από το ένα τελευταίο ποτό για τον δρόμο. Γιατί δεν πίνεις επειδή διψούσες, γιατί δεν πίνεις για να ξεδιψάσεις.
Έτσι πρέπει να είναι το σινεμά. Να σε ξαφνιάζει. Να φυσάει αεράκι στο πρόσωπό σου. Να σου βάζει τρικλοποδιές. Να προσπαθεί να σου εκμυστηρευτεί το μεγάλο μυστικό της ζωής. Να στέλνει τους εντιμότατους φίλους σου περιοδεία σε αόρατες πόλεις. Να μη φοβάται να είναι τόσο αφοπλιστικά τρυφερό. Να σε κάνει να νιώθεις τυχερός που ζεις.

