Το Πάσχα, η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, κατέχει μια ξεχωριστή και πολυδιάστατη θέση στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση.Άνοιξα το φούρνο με θυμό τί φωνάζεις είπα σε ακούνε οι καλεσμένοι. Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα η σφαγή.Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι, Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙ Και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε∙ Μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες Με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε∙ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε∙ Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη, Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.Και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες∙ Γλυκόφωνα κοιτώντας τες ζωγραφι-Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι, Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες∙ Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι, οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.Ν’ αγροικηθεί στης κόλασης τον πάτο.πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου. Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά, μέσ’ στην καρδιά μου!από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή σου φέρνω μύρα.σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει, το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά με καίει, με λιώνει.τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου, κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά τα δάκρυά μου.Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί και σάρκα επήραν.μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω και με της κεφαλής μου τα μαλλιά θα στα σφουγγίσω.της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε, κι αλαφιασμένη κρύφτηκε … Πονώ, σώσε, έλεος κάνε.τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει; Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός! Άβυσσο η κρίση.στο μαύρο το κορμί μου απάνου· άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου· οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες. Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια· μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες!μικρή είν’ η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη. Του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρυσε, και ράγισε· καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.κ’ έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη, τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα, και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα, τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ’ τον Παρθενώνα.την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ’ την Ελλάδα, και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.αλλ’ ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι, ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια· ειν’ εδώ κάπου μια ζωή, και είν’ άξια για να ζήσει.σ’ εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα. Σ’ εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ’ ένα τραγούδι φέρνω σου· Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά. Άνοιξα το φούρνο με θυμό τί φωνάζεις είπα σε ακούνε οι καλεσμένοι. Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα η σφαγή.Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι, Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙ Και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε∙ Μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες Με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε∙ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε∙ Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη, Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.Και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες∙ Γλυκόφωνα κοιτώντας τες ζωγραφι-Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι, Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες∙ Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι, οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.Ν’ αγροικηθεί στης κόλασης τον πάτο.πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου. Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά, μέσ’ στην καρδιά μου!από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή σου φέρνω μύρα.σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει, το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά με καίει, με λιώνει.τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου, κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά τα δάκρυά μου.Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί και σάρκα επήραν.μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω και με της κεφαλής μου τα μαλλιά θα στα σφουγγίσω.της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε, κι αλαφιασμένη κρύφτηκε … Πονώ, σώσε, έλεος κάνε.τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει; Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός! Άβυσσο η κρίση.https://www.lavart.gr/%ce%bf-%ce%bc%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9/