Μια νέα γυναίκα δολοφονείται από τον σύντροφό της και στη συνέχεια κατακρεουργείται, διαμελίζεται στα εξ ων συνετέθη. Η Βίκυ Τσελεπίδου
-Ένας αναγνώστης θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ντετέκτιβ, συλλέγοντας στοιχεία που μαρτυρούσαν τα προβληματικά στοιχεία της προσωπικότητας του δράστη. Πιστεύετε ότι πάντα υπάρχει κάτι που προειδοποιεί;
Ναι, θέλω τον αναγνώστη ενεργό, να συμμετέχει με την ανάγνωσή του στο κείμενο, να βγάλει το δικό του πόρισμα για τις αιτίες του εγκλήματος, για το ποιόν του δράστη, να μπει στον ρόλο της αγέλης ως ένα ακόμη μέλος της, να κάνει τις συνδέσεις ανάμεσα στην αγέλη του βιβλίου και την αγέλη τη δική του, να ψάξει να βρει τα σημάδια γύρω του, στον δικό του πραγματικό κόσμο, στον δικό του εαυτό, η βία πολλές φορές είναι τόσο ύπουλη, που δεν την αντιλαμβανόμαστε καν ως τέτοια. Είναι τόσο ισχυρά τα πατριαρχικά στερεότυπα που συχνά μας τυφλώνουν, δεν είναι μόνο ότι ακούμε, βλέπουμε τη βία και δεν μιλάμε, είναι ότι πολλές φορές δεν αντιλαμβανόμαστε καν ότι αυτό που βλέπουμε, που ακούμε, είναι βία, είναι κακοποίηση, ειδικά στις περιπτώσεις της ψυχολογικής βίας ή και της σεξουαλικής βίας, στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ξεκάθαρη συναίνεση. Το «ανήκει στα συζυγικά σου καθήκοντα» είναι μια φράση πολύ βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που έχει στοιχειώσει πολλές σχέσεις. Αυτό που χρειάζεται, ανάμεσα σε άλλα, είναι να επαγρυπνούμε, άντρες και γυναίκες, ώστε να διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά της έμφυλης βίας νωρίς, προτού αυτή φτάσει στα άκρα, και να μην ανεχόμαστε την παραμικρή παρασπονδία σε θέματα ισότητας, αξιοπρέπειας και σεβασμού.
-Το ζήτημα της αλήθειας έρχεται και επανέρχεται στο βιβλίο σας. Θεωρείτε ότι η πολυπρόσωπη αφήγηση μπορεί να μας φέρει πιο κοντά στην αλήθεια, ή αυτή παραμένει εντέλει άπιαστη;
Παραμένει άπιαστη, κατά τη γνώμη μου. Ο καθένας συλλαμβάνει την πραγματικότητα με τον δικό του ελλιπή τρόπο, τη φιλτράρει μέσα από τα δικά του μάτια. Οι κόσμοι γύρω μας είναι όσοι κι αυτοί που τους κοιτάνε. Η συνισταμένη των βλεμμάτων των πολλών ή και όλων ακόμη, το παζλ που σχηματίζεται από τα κομματάκια της οπτικής του καθενός –όπως επιχειρεί να κάνει στην «Αγέλη» ο δικηγόρος με τη συρραφή των μαρτυριών στο ηχητικό του αρχείο, ή ο δράστης με το κολλάζ στον τοίχο του κελιού του, ή κι εγώ η ίδια με την επιλογή της πολυπρόσωπης κατακερματισμένης αφήγησης – ούτε καν αυτό δεν μας δίνει μια αντικειμενική όψη της πραγματικότητας, αφού το βλέμμα του εκάστοτε παρατηρητή πάνω στο παζλ θα ερμηνεύει αλλιώς κάθε φορά την εικόνα. Ήταν όντως αυτός ένας από τους προβληματισμούς μου όταν έγραφα το βιβλίο. Άλλος προβληματισμός μου ήταν κατά πόσο η αφήγηση κατασκευάζει αλήθειες, δημιουργεί πραγματικότητες, κατά πόσο, ας πούμε, οι καταθέσεις των μαρτύρων σε ένα δικαστήριο, μπορούν να οδηγήσουν στην αλήθεια που ψάχνει να βρει ο δικαστής προκειμένου να αποδώσει δικαιοσύνη; Κι αν άλλος δικαστής άκουγε, κι αν άλλος μάρτυρας μίλαγε, μήπως άλλη θα ήταν τελικά η ετυμηγορία του δικαστηρίου, άλλη η πραγματικότητα που θα διαμορφωνόταν τόσο για τον θύτη και το θύμα, όσο και για τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας;
-Το συναίσθημα που έφερε τον δράστη στην αποτρόπαια πράξη του παρουσιάζεται από κάποιους αφηγητές ως κάτι που δεν ζει ένας μέσος κοινός άνθρωπος, κατά συνέπεια ζηλευτό. Γιατί εξακολουθούν κάποιοι να εξιδανικεύουν κάτι εμφανώς προβληματικό;
Ο μέσος κοινός άνθρωπος ποιος είναι; Αυτός που μυθοποιεί ή αυτός που απομυθοποιεί τον έρωτα; Όταν κάποιος επιλέγει να φύγει από την αγέλη, αυτό που στην ουσία επιθυμεί είναι να ξεφύγει από αυτόν τον μέσο όρο, να ενταχθεί σε ένα διαφορετικό σύστημα αξιών, να νιώσει διαφορετικός ή ανώτερος του μέσου όρου. Με βάση ποια κριτήρια και ποια κίνητρα επιλέγει κανείς να ξεκόψει από αυτό το σύστημα αξιών της αγέλης; Να ξεκόψει από την ασφάλεια, την προβλεψιμότητα, την κυριαρχία της; Μας είναι, νομίζω, ζηλευτοί όσοι τολμούν να χαράξουν την δική τους πορεία έξω από την αγέλη ή ενάντια στις επιβολές της, γιατί στα μάτια μας μοιάζουνε πιο γενναίοι, πιο ελεύθεροι από εμάς. Αυτό ζηλεύουμε, αυτή την ελευθερία, αυτή τη δύναμη ζηλεύουν κάποιοι από τους αφηγητές στον δράστη. Το ότι τόλμησε να θελήσει να ξεφύγει από τον μέσο όρο, να σπάσει το καλούπι, να βγει από τον ρόλο που του είχαν δώσει οι άλλοι. Να διαχωρίσει την δική του αφήγηση για τον έρωτα, τον κόσμο, τον εαυτό, τον άλλον, από την συλλογική αφήγηση για τον έρωτα, τον κόσμο, τον εαυτό, τον άλλον. Με καταστροφικά, βεβαίως, αποτελέσματα στην συγκεκριμένη περίπτωση και για αυτόν και για όλους.
-Οι σκέψεις του δράστη αναδύονται καθ’ όλη τη διάρκεια σαν ρωγμές στην αφήγηση των υπόλοιπων προσώπων, επίσης με τις δικές του σκέψεις ξεκινά και με τις δικές του καταλήγει το βιβλίο, δίνοντας έναν σχεδόν τελετουργικό τόνο στην ανάγνωση. Θεωρείτε ότι υπάρχει αυτή η μεγαλομανία στο μυαλό ενός δολοφόνου, σαν να επιχειρεί να γίνει ένας μικρός θεός;
Στον δικό μου τουλάχιστον δολοφόνο, ναι, οπωσδήποτε υπάρχει. Ως καλλιτέχνης, έχει ριζωμένη μέσα του την ανάγκη της δημιουργίας, άρα και της καταστροφής. Αρχικά, πάλεψε να δημιουργήσει μια νέα γλώσσα για τον έρωτά του, μια νέα αφήγηση, έναν νέο ορισμό, νέα όρια, έναν ολοκαίνουργιο κόσμο για αυτόν και την αγαπημένη του, εκτός αγέλης. Τον φαντάστηκε, με κόπο τον έκτισε κι ύστερα τον διέλυσε. Στη συνέχεια, επικεντρώνοντας ακόμη περισσότερο στο αντικείμενο του πόθου του, θέλησε να δει βαθύτερα μέσα της, στην κυριολεξία μέσα της, μέσα στο υλικό σώμα της, να ανακαλύψει τον τρόπο που κατασκευάστηκε, να το αποδομήσει και ως κάτι άλλο πια να το ξαναδομήσει, σύμφωνα με τις δικές του αρχές, αξίες, αναλογίες. Από τα μαρμάρινα αγάλματα που μέχρι τότε έφτιαχνε, θέλησε να φτάσει τώρα σε αυτήν την υπέρτατη μορφή δημιουργίας, να φτιάχνει και να χαλάει ανθρώπους – όπως έκανε με την Λυδία, όπως έκανε και με το υποτιθέμενο έμβρυο, τον καρπό του έρωτά τους. Όσο βρισκόταν μέσα στον εκστατικό αυτόν ρόλο του δημιουργού-μικρού θεού, ανταγωνιζόταν στα ίσα τον Θεό, τον αντιμαχόταν σαν να ήταν ο βασικός του αντίπαλος για την εξουσία (πάνω στο κορμί της Λυδίας, αλλά και πέρα από αυτό). Όταν, μετά την ολική καταστροφή, ξύπνησε από τη μέθη αυτή και συνειδητοποίησε, θυμήθηκε, την τραγικότητα και την αδυναμία της φύσης του, παράτησε τη μάχη, παραιτήθηκε, κι επέστρεψε (νοητά), με κατεβασμένη την ουρά, στην αγέλη του, αποτυπώνοντας εικαστικά στους τοίχους του κελιού του, δια της τεχνικής του κολλάζ, τα λόγια τους, σε μια απόπειρά του να χτίσει εξ αρχής τον εαυτό του από τα κομμάτια της ματιάς των άλλων πάνω του, από τα ρετάλια της αφήγησής τους.
– Ένας γνωστός του ζευγαριού είπε ότι το κακό ξεκίνησε όταν η σχέση του δράστη με το θύμα του βγήκε εκτός “αγέλης”. Τι μπορούν να κάνουν όσοι συναποτελούν το κοινωνικό πλαίσιο δυο ανθρώπων σε μια σχέση με ανησυχητικές ενδείξεις, και τι μπορούμε να κάνουμε ως κοινωνία γενικότερα;
Να είμαστε σε εγρήγορση. Να θυμόμαστε ότι ο καθένας, η καθεμία μας θα μπορούσε να βρεθεί σε αυτή τη θέση (του θύτη, του θύματος, των οικείων τους, του παρατηρητή). Και να αναλαμβάνουμε δράση, όχι μόνο στην περίπτωση που κάποιο περιστατικό μάς καλεί σε επείγουσα ενέργεια, αλλά και προληπτικά, συμβάλλοντας καταρχήν στην ορατότητα του κοινωνικού αυτού φαινομένου, ο καθένας με τον τρόπο του, η δε πολιτεία μέσα από την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών, την εκπαίδευση μαθητών και εμπλεκόμενων επαγγελματιών (αστυνομικών, δικαστών, γιατρών, δικηγόρων, κοινωνικών λειτουργών), τη διεύρυνση του ρόλου των δομών προστασίας των γυναικών, την τυποποίηση της γυναικοκτονίας ως διακριτού εγκλήματος στον ποινικό κώδικα, και βεβαίως με την παροχή κινήτρων για την πιο ενεργή ακόμη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομική και πολιτική ζωή, ώστε να επιτευχθεί η πολυπόθητη ισότητα που θα βαθύνει τη δημοκρατία μας και θα βελτιώσει τη ζωή όλων μας, αντρών και γυναικών. Η αφ’ υψηλού θεώρηση, η αδιαφορία, η σιωπή, το κλείσιμο στην ιδιωτική μας ζωή, είναι μια στάση που, σε μια κοινωνία με ισχυρές πατριαρχικές αγκυλώσεις, καλλιεργεί παθογενείς συμπεριφορές και ανοίγει τον δρόμο προς το έγκλημα.
Κεντρική εικόνα θέματος – Photo Credit: Κώστας Καβανόζης
Διαβάστε επίσης:
Βίκυ Τσελεπίδου – Η αγέλη: Ένα λογοτεχνικό βιβλίο για μια γυναικοκτονία


