«Πες μου τι δεν σου αρέσει πάνω σου». Αυτή η φράση άνοιγε δεκάδες συνεδρίες πλαστικής χειρουργικής στο «Nip/Tuck», τη σειρά του Ryan Murphy που από το 2003 έως το 2010 κατέγραψε με κυνισμό, σαρκασμό και μια σχεδόν ανησυχητική ακρίβεια την παθολογία της αναζήτησης της σωματικής τελειότητας. Ήταν η εποχή πριν από τα φίλτρα, το Instagram και τις ενέσιμες θεραπείες. Κι όμως, ήδη τότε, ο Murphy είχε εντοπίσει το κεντρικό νεύρο στην ιδέα ότι η δυσφορία για το σώμα δεν είναι εξαίρεση, αλλά κανόνας· όχι ατομικό πρόβλημα, αλλά πολιτισμικό σύμπτωμα.
Παράλληλα, η σειρά μας συστήνει τον χαρακτήρα του Ashton Kutcher: έναν δισεκατομμυριούχο tech bro που υπόσχεται, μέσω μιας ενέσιμης θεραπείας, να σε κάνει όμορφο και θελκτικό με μία μόνο δόση. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς εδώ τη φιγούρα του σύγχρονου σωτήρα της Silicon Valley, εκείνου που μετατρέπει υπαρξιακά άγχη σε προϊόντα.
Σε μια άλλη γραμμή αφήγησης, βλέπουμε έναν νεαρό incel: μοναχικό, καταθλιπτικό, πεπεισμένο ότι η ζωή του τού χρωστά. Θέλει απλώς μια νέα αρχή. Θέλει, επιτέλους, να νιώσει όμορφος. Σε ένα διαδικτυακό chat, κάποιος του προτείνει έναν πλαστικό χειρουργό. Οι επεμβάσεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Οι γυναίκες εξακολουθούν να μην τον θέλουν. Η οργή του κορυφώνεται κι ο νεαρός άντρας απειλεί να σκοτώσει τον γιατρό του. Εκείνος τον ικετεύει για μία τελευταία ευκαιρία. Υπάρχει κάτι που θα τον «σώσει».
Σε μια πολυτελή σουίτα ξενοδοχείου, μια όμορφη σεξεργάτρια τον επισκέπτεται. Όταν φεύγει, ο νεαρός ξυπνά, καίγεται από τον πυρετό, διψά αφύσικα κι αρχίζει να έχει σπασμούς. Αργότερα, ξυπνά μέσα σε ένα κουκούλι γεμάτο σωματικά υγρά. Όταν βγαίνει, είναι αγνώριστος: όμορφος, γυμνασμένος, αδύνατος. Η υπόσχεση έχει εκπληρωθεί.
Από τα δύο πρώτα επεισόδια γίνεται σαφές ότι ο ιός μπορεί να μεταδοθεί είτε εν αγνοία σου, μέσω της σεξουαλικής επαφής, είτε συνειδητά, ως προπληρωμένη υπηρεσία. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον της σειράς.
Οι πρωταγωνιστές του Murphy δεν κυνηγούν απλώς μια αφηρημένη ιδέα ομορφιάς. Αναζητούν απελπισμένα μια υπόσχεση τελειότητας που έχει πλέον μετατραπεί σε εμπόρευμα: κάτι που μπορείς να αγοράσεις, να καταναλώσεις, να εγχύσεις, να αποκτήσεις με δόσεις ή με ένα ραντεβού. Αυτό ακριβώς το σημείο, όπου η αυτοεκτίμηση παύει να είναι εσωτερική διεργασία και γίνεται συναλλαγή, είναι το ίδιο πολιτισμικό πεδίο μέσα στο οποίο άνθισαν τα τελευταία χρόνια οι κοινότητες των incels και η ιδεολογία του look-maxxing.
Ο όρος incel (από το involuntary celibate) γεννήθηκε αρχικά ως περιγραφικός: άνθρωποι, κυρίως άντρες, που δεν είχαν σεξουαλικές ή ρομαντικές σχέσεις όχι από επιλογή, αλλά από αδυναμία. Με τον χρόνο, όμως, ο όρος αποκόπηκε από την αρχική του ουδετερότητα και εξελίχθηκε σε υποκουλτούρα με σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Σε φόρουμ και κλειστές διαδικτυακές κοινότητες, η προσωπική απογοήτευση μετατράπηκε σε κοσμοθεωρία. Ο κόσμος χωρίζεται σε νικητές και χαμένους, σε επιθυμητούς και αόρατους, σε ανθρώπους και υπανθρώπους. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονται όχι ως υποκείμενα επιθυμίας, αλλά ως πύλες πρόσβασης σε ένα κοινωνικό κύρος που φαντάζει απρόσιτο. Η σεξουαλική απόρριψη παύει να είναι εμπειρία και γίνεται ταυτότητα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται το look-maxxing, μια συστηματική, σχεδόν τεχνοκρατική προσέγγιση της εμφάνισης, που αντιμετωπίζει το ανθρώπινο σώμα ως πρόβλημα προς επίλυση. Σε αυτά τα ψηφιακά οικοσυστήματα, η ομορφιά δεν είναι υποκειμενική, αλλά εντελώς μετρήσιμη. Γνάθοι, ζυγωματικά, ύψος, αναλογία ώμων-μέσης, γραμμή μαλλιών, συμμετρία προσώπου — όλα αποτιμώνται, ιεραρχούνται και συγκρίνονται. Οι όροι που χρησιμοποιούνται (subhuman, normie, Chad, Tera Chad) δεν είναι απλές υπερβολές· συγκροτούν μια πλήρη ταξινομία αξίας, όπου το σώμα λειτουργεί ως βιογραφικό και καταδίκη μαζί.
Ο Chad, στην incel μυθολογία, δεν είναι απλώς ένας όμορφος άντρας. Είναι η ενσάρκωση της απόλυτης κοινωνικής επιτυχίας. Γενετικά προικισμένος, σεξουαλικά ακαταμάχητος, απρόσβλητος από ερωτικές απογοητεύσεις και απορρίψεις. Όταν, στη σειρά, ο πλαστικός χειρουργός υπόσχεται στον πελάτη του ότι θα τον «κάνει από incel, Chad», η στιγμή αυτή έχει τεράστια σημασία. Σημαίνει ότι ο γιατρός γνωρίζει πολύ καλά τη γλώσσα, τη φαντασίωση και την απελπισία αυτής της κουλτούρας και, κυρίως, ότι είναι διατεθειμένος να την εκμεταλλευτεί. Η ιατρική αυθεντία συναντά την ψηφιακή μυθολογία και της δίνει σάρκα και οστά.
Εδώ ακριβώς το look-maxxing παύει να είναι περιθωριακό φαινόμενο και γίνεται καθρέφτης του κυρίαρχου πολιτισμού. Διότι, αν αφαιρέσει κανείς τη μισογυνική γλώσσα, την ευγονική ρητορική και τη βίαιη απελπισία, ο πυρήνας του look-maxxing δεν διαφέρει δραματικά από αυτό που προωθεί η mainstream βιομηχανία της ομορφιάς: ότι η αξία σου μπορεί —και οφείλει— να βελτιστοποιηθεί. Ότι αν δουλέψεις αρκετά το σώμα σου, αν επενδύσεις αρκετά χρήματα, αν ακολουθήσεις τη σωστή «θεραπεία», τότε η ζωή θα σου χρωστά.
Η ωμότητα του «The Beauty» βρίσκεται στο ότι παίρνει αυτή τη λογική κυριολεκτικά και ταυτόχρονα αποκαλύπτει το τίμημα: την αποξένωση, τη διάρρηξη των οικογενειακών δεσμών, την απώλεια κάθε προηγούμενης ταυτότητας. Οι μολυσμένοι, αλλάζοντας το σώμα τους, αποκόπτονται από το παρελθόν τους, σαν να μην αντέχουν πια να συνυπάρχουν με την εκδοχή του εαυτού τους που δεν ήταν αρκετή.
Σε αυτό το σημείο, η σειρά δεν αντιμετωπίζει τους incels ως «κακούς» ή γραφικούς. Τους παρουσιάζει ως ακραία, αλλά απολύτως συνεπή προϊόντα μιας κοινωνίας που έχει μάθει στους ανθρώπους να σκέφτονται τον εαυτό τους με όρους αγοράς. Αν η ομορφιά είναι κεφάλαιο, τότε όποιος δεν την κατέχει βιώνει τον εαυτό του ως χρεωμένο. Και αν το κεφάλαιο αυτό μπορεί να αγοραστεί, τότε η άρνηση να το αποκτήσεις μοιάζει σχεδόν ανεύθυνη.
Σε κάποιο σημείο της σειράς, όπου οι δύο πράκτορες συζητούν, η Jordan, σε μια απροσδόκητη χειρονομία ευαισθησίας, λέει στον Cooper ότι είναι ωραίο να μπορεί κάποιος να ακούσει ένα σχόλιο για την εμφάνισή του και να το αφήνει πίσω του, κάτι που για πολλές γυναίκες δεν είναι τόσο απλό. Αυτή η παρατήρηση θέτει στο κέντρο μια από τις πιο δυνητικά επώδυνες πολιτισμικές πραγματικότητες. Ενώ και άντρες και γυναίκες υπόκεινται στα στερεότυπα της εμφάνισης, το κοινωνικό φορτίο της εικόνας για τις γυναίκες είναι βαθύτερο και διαρκέστερο. Το σώμα τους δεν είναι απλώς ένα μέσο αυτοέκφρασης αλλά πολιτισμικό οικόσημο, ένα σύμβολο που πρέπει να ερμηνεύεται και να αξιολογείται.
Οι συγκρίσεις με το The Substance είναι αναπόφευκτες. Και πράγματι, οι δύο ιστορίες συνομιλούν. Όμως το «The Beauty» βασίζεται σε ομώνυμο κόμικ του 2015, τα δικαιώματα του οποίου ο Murphy είχε αγοράσει σχεδόν μια δεκαετία πριν. Οι φήμες για τη σειρά κυκλοφορούσαν τουλάχιστον έναν χρόνο πριν την πρεμιέρα. Στο αρχικό υλικό, μάλιστα, η επιθυμία για τον ιό ήταν σχεδόν συλλογική, όχι τόσο εστιασμένη σε μια πανίσχυρη tech εταιρεία. Η μετατόπιση αυτή στη σειρά δεν είναι τυχαία. Στο σημερινό κλίμα, όπου οι tech δισεκατομμυριούχοι αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως ηθικά ασύδοτοι παίκτες, συχνά σε επικίνδυνη σύμπλευση με την ακροδεξιά, η ιδέα μιας εταιρείας που πουλά ομορφιά ως υπηρεσία μοιάζει όχι απλώς εύλογη, αλλά σχεδόν αυτονόητη. Η σειρά, όπως και το «Substance», επιχειρεί να μεταφράσει αυτήν την κοινωνική πίεση σε σωματικό τρόμο. Ωστόσο, ενώ το «Substance» στο κινηματογραφικό του ύφος εστίαζε κυρίως στη γυναικεία εμπειρία του γήρατος και της εικόνας, το «The Beauty» προσθέτει τη διάσταση της τεχνολογίας και της παγκόσμιας διάχυσης. Συμπτωματικά, Kutcher και Moore, το άλλοτε αγαπημένο ζευγάρι της σόου-μπιζ, τώρα πρωταγωνιστούν σε δύο προϊόντα με παρόμοια θεματική.
Σε μια στιγμή ενδιάμεσα σε έρευνες και αποκαλύψεις, ο χαρακτήρας του Evan Peters σχολιάζει με νιχιλιστική διάθεση: «Νομίζω ότι σχεδόν όλα όσα κάνουμε, από τη στιγμή που μπαίνουμε στην εφηβεία μέχρι τη μέρα που πεθαίνουμε, περιστρέφονται γύρω από το σεξ. Πηγαίνουμε γυμναστήριο, δουλεύουμε το σώμα μας. Κουρευόμαστε, φτιάχνουμε τα δόντια μας, βάζουμε στήθος… και, τελικά, όλα όσα κάνουμε πηγάζουν από τη καθολική, άσβεστη δίψα μας να θεωρηθούμε αρκετά ελκυστικοί ώστε να μας επιθυμήσουν σεξουαλικά».
Αυτή η παρατήρηση, αν και διατυπωμένη με ωμή ειλικρίνεια, αν την τοποθετήσει κανείς στο πλαίσιο των ανθρωπολογικών θεωρήσεων για το πώς η σεξουαλική επιθυμία και η κοινωνική αναγνώριση εγγράφονται στο σώμα, συνομιλεί ευθέως με τις θέσεις του Μισέλ Φουκό γύρω από τη διαπλοκή εξουσίας και επιθυμίας, αλλά και με την κοινωνιολογική ανάγνωση του Πιέρ Μπουρντιέ για το habitus και τα κοινωνικά πεδία όπου το σώμα λειτουργεί ως φορέας κοινωνικού κεφαλαίου. Σε όλες αυτές τις αναγνώσεις, η επιθυμία δεν είναι απλώς ατομική εμπειρία· συγκροτείται ως κοινωνική μορφή, ενσωματωμένη σε σχέσεις εξουσίας, σε κανονιστικά πλαίσια και σε συλλογικές προσδοκίες.
Η σύγκριση με άλλες αφηγήσεις της επιστημονικής φαντασίας που πραγματεύονται παρόμοια μοτίβα — από το «Limitless», όπου ένα χάπι υπόσχεται υπεροχή και υπεραπόδοση, μέχρι το «Death Becomes Her» που σατιρίζει την εμμονή μας με τη νεότητα — δεν είναι άστοχη. Αυτές οι ιστορίες δεν δείχνουν απλώς ότι φοβόμαστε να γεράσουμε ή να μην είμαστε «αρκετά καλοί». Δείχνουν ότι η πολιτισμική αξία που αποδίδεται στην εμφάνιση έχει γίνει πυρηνική συνθήκη της ύπαρξής μας. Μια βιοπολιτική ανάγκη, όπου η αγορά, η τεχνολογία κι η επιθυμία διασταυρώνονται και δημιουργούν έναν νέο τύπο ανθρώπου.
Κι εκεί, στο σημείο όπου η επιθυμία για ομορφιά και η επιθυμία για αναγνώριση συγχέονται, βλέπουμε το αληθινό πρόσωπο της σειράς: δεν μιλά απλώς για ένα φάρμακο, μια μόδα, μια τεχνολογία ή μια επιδημία. Μιλά για τον τρόπο που η ίδια η κοινωνία έχει εκχωρήσει την αυτοεκτίμησή της σε αγορές, σε likes, σε «υπερ-θεραπείες» και σε ιογενείς υποσχέσεις τελειότητας. Η ομορφιά που κάποτε υποσχόταν ελευθερία τώρα αιχμαλωτίζει, απαιτεί θυσίες και μεταλλάσσει το ίδιο το DNA της κοινωνικής ύπαρξης.
Στην τεχνολογία της επιθυμίας, ίσως η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι το να πεθάνει κανείς για την ομορφιά, αλλά το να πάψει να ζει έξω από την ανάγκη να την αξίζει. Όταν η ελκυστικότητα μετατρέπεται σε προϋπόθεση κοινωνικής αποδοχής, σεξουαλικής ύπαρξης και, τελικά, ανθρώπινης αναγνώρισης, τότε η ζωή δεν βιώνεται ως εμπειρία, αλλά ως αδιάκοπη αξιολόγηση. Το σώμα παύει να είναι τόπος επιθυμίας και γίνεται project διαρκούς βελτιστοποίησης. Μια επένδυση που οφείλει συνεχώς να αποδίδει.
*H νέα σειρά του FX, «The Beauty», είναι τώρα διαθέσιμη, με τα τρία πρώτα επεισόδια, αποκλειστικά στο Hulu, στο Disney+


