Πόσοι από εμάς κατανοούμε τη στρεβλή εικόνα που έχει καλλιεργηθεί στη δημόσια σφαίρα γύρω από το έγκλημα της πλαστογραφία μέσα από την αστυνομική λογοτεχνία και τον κινηματογράφο με όρους χολιγουντιανού θεάματος και «εξωτικής» περιπέτειας; Η κοινή γνώμη μπορεί να έχει επηρεαστεί από τέτοιου είδους εικόνες θεοποιώντας μάλιστα κατά περίπτωση τους πρωταγωνιστές τέτοιων «μυθικών» ιστοριών, ωστόσο η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.επί των διατάξεων του ειδικού νόμου 5271/2026, με τίτλο «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Ποινικές διατάξεις – Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων – Λοιπές διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού», που υπερψηφίστηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο στις 28 Ιανουαρίου. Η κ. Τσιάρα χαρακτήρισε το νέο θεσμικό πλαίσιο ρηξικέλευθο και πρωτοπόρο, κάνοντας λόγο για ιστορική τομή στον τρόπο που η ελληνική έννομη τάξη αντιμετωπίζει πλέον την πλαστογραφία στην τέχνη.
Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου. Eνημερωτική Ημερίδα επί των διατάξεων του ειδικού νόμου 5271/2026.
‘Ενα νέο ποινικό αδίκημα
Σύμφωνα με την αναλυτική παρουσίαση του νομικού συμβούλου της ΕΠΜΑΣ, Γιώργου Οικονομόπουλου, το νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα ήταν ανεπαρκές για την ποινική δίωξη της πλαστογραφίας και της απάτης, καθώς απαιτούσε οικονομική συναλλαγή, για να τεκμηριωθεί η απάτη. Μόνο τα τελευταία δύο χρόνια, η Εθνική Πινακοθήκη έλαβε εισαγγελικές παραγγελίες για περισσότερα από 2.800 πλαστά έργα ή έγγραφα στα οποία καλούνταν να γνωματεύσει. Σε αυτό το πλαίσιο, η Εθνική Πινακοθήκη έπρεπε να αναλάβει ενεργό ρόλο για την προστασία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Με τον παρόντα νόμο δημιουργήθηκε ένα νέο ποινικό αδίκημα για την τιμωρία του ευρέος φάσματος πλαστογραφίας και απάτης που εδώ και χρόνια παρατηρείται στην χώρα μας.
Η παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον εγκληματικών οργανώσεων παγκοσμίως, δεδομένων των πλεονεκτημάτων της ως τεχνικής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, του επικερδούς χαρακτήρα της και του σχετικά χαμηλού αποτρεπτικού χαρακτήρα των εφαρμοστέων ποινών σε σύγκριση με άλλες μορφές εμπορίας. Η αποτελεσματικότητα της καταστολής αυτών των αδικημάτων αποτελεί επομένως μια σημαντική πρόκληση.
Ο νόμος έχει ως στόχο την προστασία όλων των μέσων τέχνης, συμπεριλαμβανομένων των τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης που είναι πιθανό να εμφανιστούν στο μέλλον.
Το έργο τέχνης δεν εξομοιώνεται με απλό εμπόρευμα, είναι πολιτιστικό αγαθό προορισμένο για την αιωνιότητα και αποτελεί κοινό αγαθό για όλους. Δεν τιμωρεί μόνο τη ζημιά που προκαλείται στο θύμα από την αγορά πλαστού έργου τέχνης αλλά πρωτίστως και κυρίως την προσβολή στο ίδιο το έργο τέχνης. Το ίδιο το έργο τέχνης γίνεται το έδαφος για την πιστοποίηση της πλαστογραφίας και απάτης επί έργου.
Επίσης, ο νόμος τιμωρεί και τις προσβολές που συντελούνται γύρω από το έργο τέχνης και αφορούν στην προέλευση, τη χρονολόγηση, τη φύση ή τη σύνθεσή του. Ο νέος νόμος αυξάνει τις ποινές, προβλέπει την καταστροφή του έργου τέχνης, ακόμα και σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου, δημιουργεί ένα μητρώο καλλιτεχνικών πλαστογραφιών, προβλέπει τη σύσταση ειδικού Σώματος (Μητρώου) Ορκωτών Πραγματογνωμώνων, δημιουργεί το Αυτοτελές Τμήμα Έργων Τέχνης (ΑΤΕΤ) στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο θα υποστηρίζει διοικητικά και γραμματειακά το έργο της επιτροπής και των πραγματογνωμόνων.
Τιμωρία ανεξάρτητα από οικονομική συναλλαγή
Προηγουμένως, για να τελεστεί δίωξη, απαιτούνταν οικονομική συναλλαγή. Με τον νέο νόμο, το έργο τέχνης τίθεται στο επίκεντρο: τιμωρείται η επέμβαση, η διάδοση, η κατοχή και η διακίνηση πλαστών ή παραποιημένων έργων, ακόμη και χωρίς οικονομικό όφελος. Η ευθύνη επεκτείνεται και σε όσους έχουν σκοπό παραπλάνησης ή ενδεχόμενο δόλο, δηλαδή όταν κάποιος θεωρεί πιθανό ότι το έργο είναι πλαστό και το αποδέχεται.
Όπως διευκρινίστηκε, ο νόμος δεν περιορίζεται πλέον στην ταυτότητα του δημιουργού, αλλά επεκτείνει το αδίκημα στην προέλευση, τη φύση, τη σύνθεση και τη χρονολόγηση του έργου. Για παράδειγμα:
Έργο του 20ού αιώνα που παρουσιάζεται ως 19ου αιώνα, τιμωρείται.
Μεταξοτυπία που εμφανίζεται ως ελαιογραφία ή υδατογραφία ως ακρυλικό, τιμωρείται.
Προστασία της «αλήθειας» του έργου
Ο νόμος προστατεύει την αυθεντικότητα και την προέλευση του έργου, όχι απλώς την οικονομική του αξία. Καμία επέμβαση δεν επιτρέπεται (προσοχή αυτή η παράμετρος δεν αφορά την συντήρηση των έργων τέχνης), ακόμη και αν το έργο είναι γνήσιο αλλά παραποιημένο. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας συνδέονται με την προέλευση, και η παραποίηση στοιχείων οδηγεί σε ποινικές κυρώσεις.
Καταστροφή πλαστών έργων
Το άρθρο 5 εισάγει για πρώτη φορά τη δυνατότητα καταστροφής των πλαστών έργων ή επιστροφής στον δημιουργό ή τους κληρονόμους του. Ακόμη και αν ο κατηγορούμενος απαλλαγεί, τα πλαστά έργα καταστρέφονται, ώστε να μην επανέλθουν στην αγορά. Αυτή η καινοτομία είναι μοναδική διεθνώς και εφαρμόζεται πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Ειδικό αδίκημα η φθορά έργων σε δημόσιους χώρους και χώρους μουσείων
Το άρθρο 2 προβλέπει τη θέσπιση του ειδικού αδικήματος της φθοράς έργων και συλλεκτικών αντικειμένων που βρίσκονται σε κοινόχρηστους ή δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους και χώρους μουσείων.
Σώμα Ορκωτών Πραγματογνωμόνων
Διεθνής καινοτομία είναι και η δημιουργία του Σώματος Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, με επιστήμονες ιστορικούς τέχνης και συντηρητές με τουλάχιστον 10–12 έτη εμπειρίας (αναμένεται εντός των επόμενων ημερών το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα). Οι πραγματογνώμονες θα επιλέγονται από πενταμελή επιτροπή, θα εκπαιδεύονται σε τρίμηνα προγράμματα από το ΥΠΠΟ και την ΕΠΜΑΣ και θα συμμετέχουν σε συνεχή αξιολόγηση. Οι πραγματογνωμοσύνες τους θα καταχωρούνται σε αυτοτελές αρχείο, με συνεργασία με την Ιντερπόλ για διασταύρωση στοιχείων, εξασφαλίζοντας ασφάλεια και εγκυρότητα στη διαδικασία.
Κάλυψη όλων των μορφών τέχνης
Ο νόμος καλύπτει όλες τις μορφές τέχνης, παραδοσιακές και ψηφιακές (NFTs για παράδειγμα). Η πλαστογραφία ηλεκτρονικών έργων, όπως η περίπτωση πλαστού έργου του Banksy που πωλήθηκε έναντι 283.000 ευρώ, εμπίπτει πλήρως στις διατάξεις. Ο νόμος ορίζει ότι η πλαστότητα προκύπτει από τη διαδικασία έρευνας, χωρίς προκαθορισμένο ορισμό, ώστε να καλύπτονται και τα νόμιμα αντίγραφα.
Επιβαρυντικές διατάξεις και ποινές
Ο νόμος τιμωρεί τόσο την παραγωγή και διακίνηση πλαστών όσο και την αλλοίωση γνήσιων έργων. Με το νέο νόμο αυξάνονται οι προβλεπόμενες ποινές. Η κύρια ποινή ευθυγραμμίζεται με εκείνες που ισχύουν για την απάτη του Ποινικού Κώδικα -φυλάκιση από έξι μήνες έως 5 έτη και χρηματική ποινή από 5.000 έως 120.000 ευρώ. Οι ποινές αυξάνονται σε κάθειρξη 10 ετών και χρηματική ποινή έως 300.000 €, όταν τα αδικήματα διαπράττονται από οργανωμένη ομάδα ή σε εμπορική κλίμακα ή ο δράστης είναι πρόσωπο που έχει χρησιμοποιήσει τις διευκολύνσεις, που παρέχονται από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας του για την τέλεσή της ή η προκληθείσα ζημιά υπερβαίνει τα 120.000 €.
Συμπέρασμα
Ο νόμος 52/71 δεν θα εξαλείψει πλήρως την πλαστογραφία, όπως επισήμανε ο νομικός σύμβουλος της ΕΠΜΑΣ, Γιώργος Οικονομόπουλος, αλλά περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες παραποίησης και διακίνησης έργων τέχνης. Προστατεύει την αλήθεια και την προέλευση των έργων, εισάγει πρωτοποριακές διατάξεις σε διεθνές επίπεδο και δημιουργεί ένα θεσμικό πλαίσιο με εκπαιδευμένους ορκωτούς πραγματογνώμονες, που θωρακίζει τη διαφάνεια και την αξιοπιστία στην αγορά τέχνης.


