Στο «Κράτα με» της κύπριας σκηνοθέτριας Μυρσίνης Αριστείδου όλα στρέφονται γύρω από τη σχέση ενός 11χρονου κοριτσιού με τον αποξενωμένο πατέρα της, ο οποίος επιστρέφει στη ζωή της για να ξεκινήσει μια περιπέτεια επανασύνδεσης ανάμεσα στους δύο. Με αυτό το θέμα η ταινία – η πρώτη κυπριακή ελληνόφωνη – απέσπασε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Σάντανς, από τα σημαντικότερα ανεξάρτητου κινηματογράφου παγκοσμίως. Για τη διάκριση αυτή μιλάει η σκηνοθέτρια, που βρίσκεται ακόμη στις ΗΠΑ.
Πιστεύω ότι το κοινό συνδέθηκε με την ειλικρίνεια και την ακατέργαστη ομορφιά της σχέσης πατέρα και κόρης, όπως αυτή ξεδιπλώνεται. Η ταινία δεν κρίνει τους χαρακτήρες, αλλά εστιάζει στην προσπάθειά τους να επανασυνδεθούν μετά από χρόνια απόστασης. Αυτή η απόσταση μπορεί να ιδωθεί και ως αντανάκλαση της συναισθηματικής απομάκρυνσης που έχουμε δημιουργήσει μέσα στις σύγχρονες, ολοένα και πιο ατομικιστικές, κοινωνίες μας. Το να καταφέρνουμε να γεφυρώνουμε αυτά τα χάσματα απαιτεί θάρρος, ευαλωτότητα και πολλή συγχώρεση. Παρότι η ιστορία διαδραματίζεται στην Κύπρο, ο συναισθηματικός της πυρήνας είναι οικουμενικός.
Με γοητεύει ιδιαίτερα ο ιταλικός νεορεαλισμός, ταινίες του Βιτόριο ντε Σίκα, όπως ο «Κλέφτης ποδηλάτων», αλλά και το έργο του Hirokazu Kore-eda, ο οποίος έχει δημιουργήσει βαθιά τρυφερές και ανθρώπινες ταινίες γύρω από τα παιδιά και την οικογένεια. Γενικότερα, με αγγίζει ένας κινηματογράφος ανθρωπιστικός και ειλικρινής, όπου ο θεατής δεν παραμένει απλός παρατηρητής, αλλά συνδέεται και βιώνει την εμπειρία μαζί με τους ήρωες.
Η πολιτική ένταση ήταν πράγματι αισθητή στο Park City, με τα πρόσφατα γεγονότα στις ΗΠΑ να πυροδοτούν διαμαρτυρίες και ένα έντονο αίσθημα οργής στην ατμόσφαιρα. Οσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ, αλλά και διεθνώς, μας αφορούν όλους. Με τον δικό της τρόπο, η ταινία μιλά για τα παιδιά μας, τα παιδιά τού αύριο, και για την ανάγκη να τα προστατεύσουμε και να τους δείξουμε έναν δρόμο προς το φως, την ανθρωπιά και τη συνύπαρξη. Ως ανθρωπότητα έχουμε τεράστια δύναμη αλλά και ευθύνη, πολύ μεγαλύτερη απ’ όση συχνά αντιλαμβανόμαστε. Οφείλουμε να την αναλάβουμε συνειδητά και να πάρουμε θέση, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και συλλογικά. Πιστεύω ότι η ανάδειξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ενσυναίσθησης μέσα από το έργο ενός φεστιβάλ όπως το Sundance αποτελεί από μόνη της μια ξεκάθαρη πολιτική πράξη.
Η διαδρομή ήταν εξαιρετικά ανταγωνιστική, καθώς φέτος οι υποβολές ξεπέρασαν τις 16.000, με μόλις 97 ταινίες μεγάλου μήκους να επιλέγονται τελικά. Η ταινία πέρασε από αλλεπάλληλα στάδια αξιολόγησης από τους προγραμματιστές του Φεστιβάλ και την τελική επιτροπή, καταφέρνοντας να συμπεριληφθεί στις 10 ταινίες του διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος (World Cinema Dramatic Competition). Είναι μια συγκινητική στιγμή για μένα προσωπικά αλλά και για τη γενέτειρά μου, που αποδεικνύει ότι καθολικές ιστορίες έχουν τη δύναμη να συγκινήσουν την παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα.


