Κάπου διάβασα πως αν τύχει σε αυτή την ίσως πρώτη ζωή να σε ερωτευτεί καλλιτέχνης, τότε γίνεσαι αθάνατος, γιατί το πνεύμα σου δεν εγκαταλείπει ποτέ κανένα «παρόν». Και αμέσως πέρασαν από το μυαλό μου κάποιοι από τους αιώνιους έρωτες, οι οποίοι ταλανίζονταν από τον ίδιο σωματικό πόθο, τον ίδιο ψυχικό πόνο και το ίδιο πνευματικό χάος, μέχρι κάθε κύτταρο τους να ενωθεί ως το πιο συμβατό, έστω για μερικές ώρες. Η πρώτη σκέψη μου ήταν ο Leonard Cohen και η Marianne Ihlen. Bέβαια σε αυτή τη περίπτωση ναι μεν η θνητή Marrianne Ihlen, θα μείνει για πάντα στην ιστορία της τέχνης ως μία εκ των μεγαλύτερων μουσών αλλά και ο Leonard Cohen ως ο θνητός που ακολούθησε τον άνθρωπό του στο δικό τους άπειρο. Είναι βαθιά ρομαντική η ιστορία τους. Μοιάζει με κινηματογραφική ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος της.
Συναντήθηκαν στην Ύδρα, όσο ο νεαρός Leonard είχε γίνει μόνιμος κάτοικος του νησιού προσπαθώντας να βρει την ποιητική του οντότητα. Ίσως ο όρος «μούσα» να μοιάζει λίγο παλιακός και στην ουσία του μια ωραιοποίηση της μη γυναικείας έκφρασης και παρουσίας στις τέχνες. Ωστόσο συνεχίζω να τον χρησιμοποιώ γιατί για τον Leonard Cohen η Marianne ήταν ο άνθρωπος που τον βοήθησε να βρει τον δρόμο του, έστω και με τον δύσκολο τρόπο. Την πρώτη φορά που την είδε είπε πως ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει στη ζωή του. Δεν άργησαν τα πρώτα τους ραντεβού, αρχικά σε φιλικό επίπεδο και ύστερα ως ζευγάρι. Η ζωή στην Ύδρα ήταν πολύ σκληρή. Ζούσαν σε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα και τρεχούμενο νερό με λιγοστά χρήματα. Ο Cohen το πρωί έγραφε ευλαβικά τρεις σελίδες μυθιστορήματος και το βράδυ έπαιζε μουσική σε μια συγκυριακή κολεκτίβα καλλιτεχνών, η οποία είχε εγκατασταθεί στο νησί και όπως ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Ήταν σαν όλοι να ήταν νέοι και όμορφοι και γεμάτοι ταλέντο – καλυμμένοι με ένα είδος χρυσόσκονης. Όλοι είχαν ξεχωριστές και μοναδικές ιδιότητες. Αυτή είναι, φυσικά, η αίσθηση της νεότητας, αλλά στο ένδοξο σκηνικό της Ύδρας, όλες αυτές οι ιδιότητες μεγεθύνονταν».
Όταν η Marianne είχε ερωτηθεί για το ποια ήταν η τέχνη της, είχε απαντήσει αφοπλιστικά πως η ίδια η ζωή της είναι η τέχνη της. Εικοσιπέντε χρονών εκείνη και είκοσι έξι αυτός, βαθιά ερωτευμένοι και οι δύο, την ατόφια χίπικη κορνίζα της ζωή τους συμπλήρωνε ο γιος της Marianne, Axel Junior, καρπός ενός θυελλώδους γάμου με τον επίσης συγγραφέα Axel Jensen, ο οποίος διήρκησε 13 χρόνια. Ο Cohen νοιαζόταν πολύ για το παιδί και συνήθιζε να τον νανουρίζει με τραγούδια του.
Η Μarianne δυσκολεύονταν πολύ ως μόνη μητέρα την εποχή εκείνη και αποφάσισε να στείλει τον γιο της πίσω στη Νορβηγία για να ζήσει με τη γιαγιά του και στη συνέχεια μετακόμισε στον Cohen, ο οποίος, στα 26 του, αγόρασε ένα σπίτι στην Ύδρα. Eκείνη την εποχή της μακράς συγκατοίκησής τους, ο Cohen ολοκλήρωσε δύο μυθιστορήματα το “The Favourite Game” και το “Beautiful Losers”. Το ύφος τους διεπόταν από μια παράξενη, μυστικιστική μυθοπλασία. Στο τέλος όμως ο Cohen υπέστη νευρικό κλονισμό, συνειδητοποιώντας ότι ποτέ δεν θα συντηρούσε πλήρως τον εαυτό του, πόσο μάλλον οποιονδήποτε άλλον, γράφοντας λογοτεχνία και έτσι έστρεψε την προσοχή του στη μουσική.
Το 1966, η Judy Collins ηχογράφησε ένα τραγούδι που της έπαιξε ο Κοέν με τίτλο “Suzanne“, μαζί με το πολύ μεταγενέστερο “Hallelujah“, την πιο γνωστή του επιτυχία. Στη συνέχεια, άρχισε να γράφει τραγούδια, να ηχογραφεί και να εμφανίζεται σε φεστιβάλ. Έτσι εκείνος αποφασίζει να επιστρέψει στον Καναδά για να βγάλει κάποια χρήματα και η Marianne στη Νορβηγία για να βρει τον γιο της. Οδήγησαν μαζί στη Νορβηγία και στη συνέχεια ο επίδοξος νέος διεθνής μουσικός πέταξε στο Μόντρεαλ. Ήταν η πρώτη από τις πολλές αποξενώσεις που ακολούθησαν. Αυτή ήταν μια εποχή, φυσικά, που τα τηλέφωνα ήταν σπάνια και η επικοινωνία γινόταν μέσω χειρόγραφων επιστολών. Αυτή η γλυκιά αγωνία του χωρισμού, αφόρητη αλλά γεμάτη ποιητική λαχτάρα, είναι κάτι που μοιάζει αδιανόητο στην εποχή των τόσων μέσων, που στο τέλος της ημέρας τίποτα δεν μας είναι αρκετό και μάλλον επιλέγουμε να είμαστε μόνοι μας.
Στο τέλος του 1969 πήγε στη Νέα Υόρκη για να προσπαθήσει να ξαναρχίσει τη σχέση μαζί του. Ο Κοέν έμενε στο περίφημο, άθλιο ξενοδοχείο Chelsea στο Μανχάταν και έκανε παρέα με άτομα όπως η Jannis Joaplin (για την οποία έγραψε το Chelsea Hotel), η Joni Mitchell και ο Νico από τους Velvet Underground. Με τον γιο της μετακόμισαν σε ένα ετοιμόρροπο διαμέρισμα στην οδό Κλίντον. Ένα βράδυ, έπεσε θύμα ληστείας στην πόρτα του σπιτιού. Ο Κοέν την κρατούσε σε απόσταση, ενημερώνοντάς την ότι το ξενοδοχείο Chelsea δεν ήταν «το μέρος που ήθελε». To 1972 και ενώ η Marianne είχε διατηρήσει δεσμούς με το νησί της Ύδρας επιστρέφοντας εκεί κάθε χρόνο, η διαμονή της λήγει απρόσμενα, όταν μια νεαρή κοπέλα της χτυπάει την πόρτα κρατώντας ένα μωρό στην αγκαλιά και ρωτώντας τη πότε θα μετακομίσει. Αυτή ήταν η Suzanne Elrod, η οποία, ανάλογα με την εκδοχή που πιστεύει κανείς γνώρισε τον Cohen στο ασανσέρ του ξενοδοχείου Τσέλσι ή σε μια συνάντηση της Σαϊεντολογίας το 1969. Σε κάθε περίπτωση, απέκτησαν δύο παιδιά μαζί πριν χωρίσουν, με πικρία, το 1978.
Ο Cohen θα ανακάλυπτε στη συνέχεια τον Ζεν Βουδισμό και θα ζούσε για αρκετά χρόνια σε ένα καταφύγιο, θα έχανε όλα του τα χρήματα εξαιτίας ενός μάνατζερ που εμπιστευόταν και θα έκανε περιουσία αργά στη ζωή του περιοδεύοντας σε όλο τον κόσμο. Συνέχισε να στέλνει χρήματα στην Marianne και τον γιο της πολύ καιρό μετά τον χωρισμό τους. Η Marianne επέστρεψε στη Νορβηγία για να ζήσει και βρήκε δουλειά ως γραμματέας σε μια εταιρεία κατασκευής πλατφορμών πετρελαίου. Παντρεύτηκε έναν μηχανικό που είχε τρεις κόρες από προηγούμενο γάμο και παρέμειναν μαζί, αν και σε ξεχωριστά διαμερίσματα στο ίδιο κτίριο, μέχρι που πέθανε. Λίγο πριν από τον θάνατό της τον Ιούλιο του 2016 από λευχαιμία, ένας φίλος της, ο Jan Christian Mollestad, επικοινώνησε με τον Cohen για να του πει ότι η Mariannne πέθαινε και της απέμεναν μόλις λίγες μέρες ζωής. Όπως ο ίδιος δήλωνε στο ραδιοφωνικό σταθμό CBC: «Μόλις δυο ώρες είχαν περάσει απ’ το τηλεφώνημά μου, και ήρθε αμέσως αυτό το πανέμορφο γράμμα του Cohen για την Mariannne το οποίο έλεγε:
«Αγαπητή μου Marianne,
Είμαι λίγο πίσω σου, αρκετά κοντά για να σε πιάσω από το χέρι. Αυτό το γερασμένο σώμα τα παράτησε, όπως ακριβώς και το δικό σου, και η ειδοποίηση έξωσης είναι καθ’ οδόν από μέρα σε μέρα.
Ποτέ δεν ξέχασα την αγάπη και την ομορφιά σου. Αλλά το ξέρεις αυτό. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα. Καλό ταξίδι, παλιά φίλη. Τα λέμε στην πορεία. Αγάπη και ευγνωμοσύνη.
Leonard»
Της πήγαμε την επιστολή το επόμενο πρωί, και είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον. Ένιωσε πολύ χαρούμενη που ο Leonard της είχε ήδη γράψει κάτι…. » καθώς της διάβαζε τη φράση «αν απλώσεις το χέρι σου… » η Μarianne το άπλωσε στ’ αλήθεια. «Μόλις δυο μέρες μετά η Marianne έχασε την επαφή με το περιβάλλον και ο θάνατός της ήταν θέμα χρόνου. Κι όταν πέθανε, έγραψα στον Cohen λέγοντάς του πως τις τελευταίες της στιγμές της μουρμούρισα το τραγούδι “Bird on the Wire”, επειδή αυτό ήταν που αγαπούσε πιο πολύ απ’ όλα. Και μετά την φίλησα στο μέτωπο και βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο είπα: “So long, Marianne”. Τέσσερις μήνες αργότερα, ο Κοέν πέθανε μετά από πτώση στο σπίτι του στο Λος Άντζελες.


