Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Καστοριάδης: «Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που…»

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης δεν μίλησε ποτέ για τον Νεοέλληνα χαϊδεύοντας αυτιά. Μίλησε σαν κάποιος που αγαπά βαθιά, αλλά αρνείται να συγχωρήσει την αυταπάτη. Σαν γιατρός που ξέρει ότι η διάγνωση πονά, όμως χωρίς αυτήν δεν υπάρχει καμία θεραπεία.

Στο βλέμμα του, η Ελλάδα δεν είναι ούτε τουριστικό φυλλάδιο ούτε μουσειακή προθήκη. Είναι ένα εκκρεμές που ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε τρεις βαριές κληρονομιές και μία αμήχανη παροντική συνείδηση. Από τη μία, η αρχαία Ελλάδα της αυτονομίας, της πολιτικής ευθύνης, της δημιουργικής ρήξης. Από την άλλη, το Βυζάντιο της ετερονομίας, της υπακοής, της ιερής ακινησίας. Και κάπου ανάμεσα, μια λαϊκή παράδοση που δεν πρόλαβε ποτέ να μεταφραστεί σε σύγχρονη παιδεία.

Ο Καστοριάδης δεν περιγράφει απλώς μια ιστορική σύγκρουση. Περιγράφει μια ψυχική κατάσταση. Έναν πολιτισμό που ταυτόχρονα καμαρώνει και φοβάται, μιμείται και απορρίπτει, καταναλώνει τη Δύση αλλά την καταγγέλλει με ηθική ανωτερότητα

Η φράση του Καζαντζάκη που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις

Καστοριάδης: Η αντίφαση του Nεοέλληνα

Τα κεντρικά στοιχεία του Ελληνικού δράματος είναι, από τη μία μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στην λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία.

Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μία φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.

Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας, οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός από την άλλη, είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων.

Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσης αυτών των δύο αυθεντιών λοιπόν, δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμισυ σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.

Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η ∆υτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή -τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων τού εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.

Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες. Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και την μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα, έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.

Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας.

Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κ.λπ. χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ, και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η ∆ύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνοορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια, και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος».

Ο Καβάφης έμαθε να πλησιάζει το ιερό: 6 ποιήματα που τροφοδοτούν την πίστη απέναντι στον άνθρωπο

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.lavart.gr/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B8-%CF%8C%CF%83%CE%BF-%CE%BE%CE%AD%CF%81%CF%89-%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5-%CE%BF/ ανήκει στο Lavart .