Στο ποίημα αυτό, η Μάγια Αγγέλου δεν απαντά στην Ιστορία με επιχειρήματα αλλά με σώμα, ρυθμό και επιμονή. Δεν ζητά δικαίωση, δεν απολογείται, δεν εξηγεί. Σηκώνεται. Και το κάνει ξανά και ξανά, μέχρι η ίδια η πράξη να γίνει γλώσσα.Με το στρεβλό σου ψέμα το πικρό
Στη λάσπη μέσα ίσως να με σύρεις
Αλλά σαν σκόνη εγώ θα σηκωθώΓιατί η κατήφεια τόσο σε στοιχειώνει;
Που περπατώ καμαρωτά σαν να κατείχα
Πετρελαιοπηγές μες στο σαλόνιΜε της παλίρροιας το σίγουρο ρυθμό
Σαν τις πιο αισιόδοξες ελπίδες
Και πάλι εγώ θα σηκωθώΣκυφτό κεφάλι χαμηλωμένο βλέμμα
Από το κλαψούρισμα εξασθενημένη
Με ώμους πεσμένους σαν δάκρυα χυμέναΜην αφήνεις να σου τρώει την ψυχή
Που εγώ γελώ σαν να κατείχα
Χρυσωρυχεία στην πίσω την αυλήΝα είναι το βλέμμα σου μαχαίρι κοφτερό
Μπορείς να με δολοφονήσεις με το μίσος
Μα σαν αέρας εγώ θα σηκωθώΣ’ αναστατώνει ολοένα βαθμηδόν
Που χορεύω διαμάντια σαν να είχα
Ψηλά στο σμίξιμο των δύο μου καλτσώνΣηκώνομαι
Από ένα παρελθόν εδραιωμένης δυστυχίας
Σηκώνομαι
Είμαι μαύρος ωκεανός με πλάτη και μυστήρια
Ξεχύνομαι φουσκώνω αντέχω την παλίρροια
Πίσω μου αφήνοντας νύχτες αντάρας φοβέρας
Σηκώνομαι
Σε μια χαραυγή διαυγούς θαυμάσιας μέρας
Σηκώνομαι
Φέρνοντας τα προγονικά που μου έδωσαν δώρα
Είμαι του σκλάβου το όνειρο η ελπίδα η ώρα
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι
20 αποφθέγματα για τον έρωτα και την επικίνδυνη αλήθεια του
Φωτογραφία εξωφύλλου


