Skip to content

Πέμπτη βράδυ και στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, η διάλεξη της Μινέ Γιλντιρίμ από την Τουρκία, μπροστά σε ένα ελληνόφωνο και αγγλόφωνο κοινό, ξεδιπλώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο μια πολυεπίπεδη έρευνα (ή και εκτενές ρεπορτάζ) για τη βία στις πόλεις, τη δημόσια πολιτική και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες οργανώνουν ή αποτυγχάνουν να οργανώσουν τη συνύπαρξη με τα μη ανθρώπινα όντα.

Η Μινέ Γιλντιρίμ κατά τη διάρκεια της διάλεξής της στο ΕΜΣΤ την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου @Ingmar Riswick

Χειρόγραφο σχέδιο, απεικόνιση του 1910 της απέλασης σκύλων στο «Καταραμένο νησί« από τον Γάλλο καρικατουρίστα Sem

«Διαμαρτυρία ενάντια στο σχέδιο πώλησης των σκύλων», Kalem, 22 Απριλίου 1909 Καρικατούρα

«Αντίποινα-Εκδίκηση», Το Άστυ, 23 Μαρτίου 1886.
Κόμικ που απεικονίζει έναν σκύλο να φιμώνει τον υπουργό Εσωτερικών Νικόλαο Παπαμιχαλόπουλο

Μινέ Γιλντιρίμ @Ingmar Riswick

Σύγχρονη προπαγάνδα

Στη σύγχρονη Τουρκία, η βία κατά των αδέσποτων σκύλων παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα. Ως προστασία. Ως πράξη δημόσιας υγείας. Αυτό είναι, σύμφωνα με τη Μινέ Γιλντιρίμ, το πιο επικίνδυνο στοιχείο της σημερινής συγκυρίας, δηλαδή η κανονικοποίηση της εξόντωσης μέσα από έναν οργανωμένο λόγο φόβου.

Η ακαδημαϊκός περιγράφει μια πλήρως ανεπτυγμένη κρατική και μιντιακή μηχανή, η οποία εδώ και δύο χρόνια επαναφέρει με επιμονή το ίδιο αφήγημα: τα αδέσποτα σκυλιά ως φορείς ασθενειών και κινδύνου για εγκύους, παιδιά και ηλικιωμένους.

«Ανοίγεις την τηλεόραση και κάθε βράδυ τα mainstream media είναι γεμάτα με ιστορίες για επιθέσεις αδέσποτων σκύλων», σημειώνει. Η εικόνα είναι πάντα η ίδια: ένα μεμονωμένο περιστατικό αποσπάται από το πλαίσιο, διογκώνεται, επαναλαμβάνεται, μετατρέπεται σε σύμπτωμα μιας δήθεν γενικευμένης απειλής. Η στατιστική εξαφανίζεται. Η καθημερινή συνύπαρξη εξαφανίζεται. Αυτό που μένει είναι ο φόβος.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προπαγάνδα παίζει η λύσσα. Ένα φάντασμα του παρελθόντος που επιστρέφει ως εργαλείο πολιτικής διαχείρισης. Όπως τονίζει η Yildirim, στην Τουρκία δεν υπάρχει λύσσα. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση αγόρασε 4 εκατομμύρια εμβόλια λύσσας — όχι για να εμβολιάσει τα ζώα που ζουν στους δρόμους, αλλά στο πλαίσιο μιας γενικότερης «υγειονομικής» αφήγησης που δικαιολογεί τη μαζική απομάκρυνση και θανάτωση.

Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Σε χώρες και περιοχές όπου εξοντώθηκαν μαζικά τα αδέσποτα —όπως στη Ρουμανία και την Αλβανία— η πιθανότητα εμφάνισης κρουσμάτων λύσσας αυξήθηκε. Τα αδέσποτα λειτουργούν ως «ανάχωμα», ως πληθυσμοί επαφής που σταθεροποιούν το οικοσύστημα. Η εξάλειψή τους διαταράσσει αυτή την ισορροπία. Όμως αυτά τα δεδομένα δεν χωρούν στον τηλεοπτικό λόγο.

Η προπαγάνδα δεν περιορίζεται στις ειδήσεις. Διαχέεται παντού. Στο μετρό της Κωνσταντινούπολης, στα λεωφορεία, στις δημόσιες καμπάνιες, η εικόνα του παιχνιδιάρικου αδέσποτου σκύλου ή της χαριτωμένης γάτας συνυπάρχει με μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση της βίας. «Το TikTok και το Instagram είναι γεμάτα αστεία βίντεο με γάτες», λέει η Γιλντιρίμ, «ενώ η βία κατά των ζώων δεν ήταν ποτέ τόσο οξυμένη». Πρόκειται για μια μορφή «ατμοσφαιρικής βίας» — δεν χρειάζεται να τη δεις για να τη νιώσεις. Τη ζεις, τη αναπνέεις.

Στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής βρίσκεται το καταφύγιο ως ενδιάμεσος χώρος εξαφάνισης. Η Γιλντιρίμ είναι κατηγορηματική: κανένα σκυλί δεν έχει ζήσει πάνω από έξι μήνες σε δημόσιο καταφύγιο. Συχνά εξαφανίζονται μέσα σε έναν μήνα. Το νομικό πλαίσιο είναι σκόπιμα ασαφές. Ένα «τεράστιο νομικό κενό», όπως το χαρακτηρίζει, που επιτρέπει στις αρχές να δρουν χωρίς λογοδοσία.

Η κρατική χρηματοδότηση δεν κατευθύνεται σε υιοθεσίες ή προγράμματα επανένταξης. Δεν υπάρχουν ουσιαστικές καμπάνιες υιοθεσίας. Υπάρχουν μόνο ευφημισμοί. Δημόσιες σχέσεις. Και, στον πυρήνα τους, συμβάσεις ευθανασίας. Το φάρμακο Τ19 —με κόστος περίπου 130 ευρώ ανά ζώο— χρηματοδοτείται από το κράτος ως «νόμιμο» μέσο θανάτωσης, παρότι, όπως υπογραμμίζει η Γιλντιρίμ, τα ζώα συχνά θανατώνονται με φρικτούς, παράνομους τρόπους.

Πίσω από αυτή τη διαδικασία αναδύεται μια ξεκάθαρη πολιτική οικονομία: νεποτισμός, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά. «Είναι το εγχειρίδιο κάθε διεφθαρμένης κυβέρνησης στην Τουρκία», λέει. Η εξόντωση μετατρέπεται σε σύμβαση και ο θάνατος σε προϋπολογισμό.

Η φροντίδα των ζώων ως δημοκρατική πράξη

Απέναντι σε αυτή τη μηχανή, η αντίσταση παίρνει συχνά παράνομες μορφές. Η διάσωση ενός σκύλου από κρατικό καταφύγιο ισοδυναμεί με «κλοπή από το κράτος». Κι όμως, αυτές οι πράξεις —χέρια ανθρώπων που περνούν ένα ζώο πάνω από έναν φράχτη— είναι, για τη Μινέ Γιλντιρίμ, στιγμές δημοκρατίας. Εκεί μετατοπίζεται η ισχύς – από το κράτος στο κοινό.

Η απάντηση της κυβέρνησης είναι άμεση. Φωτογραφίες διασώσεων διαγράφονται από τα κοινωνικά δίκτυα. Λογαριασμοί μπλοκάρονται. Η εικόνα θεωρείται επικίνδυνη επειδή δείχνει τη δυνατότητα του πολίτη να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Το κράτος αντιμετωπίζει τα ζώα ως μάζα, ως αριθμούς, ως στατιστική. Οι ακτιβιστές τα αντιμετωπίζουν ως άτομα. «Η ζωή τους μετράει», σημειώνει η ομιλήτρια. «Ο θάνατός τους μετράει. Και το πώς πεθαίνουν». Ανάμεσα στην ευζωία και τον «καλό θάνατο» χαράσσεται και η διαχωριστική γραμμή. Η σύγχρονη προπαγάνδα ζητά να αποδεχτούμε σιωπηλά τον θάνατο των ζώων ως λογικό, αναπόφευκτο και τεχνοκρατικό, μία πολύ επικίνδυνη οπτική για την «υγεία» των σύγχρονων κοινωνιών.

Μια ερώτηση από το κοινό στο τέλος της διάλεξης ερεθίζει το συναίσθημα, τη σκέψη για όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ. Είναι άραγε λύση η στείρωση των ζώων; Πρόκειται για πρακτική φροντίδας ή βίας; «Είμαι υπέρ της στείρωσης», απαντά η ακαδημαϊκός. «Αλλά δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι πρόκειται για παρέμβαση στο σώμα των ζώων, με ιστορικό βίας και ελέγχου». Η τοποθέτησή της αναγνωρίζει τη βιολογική και κοινωνική πραγματικότητα της συνύπαρξης ανθρώπων και σκύλων, τονίζοντας όμως ότι η λύση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά τεχνική. Χρειάζεται, όπως τονίζει, «κοινοτική φροντίδα», αλλαγή νοοτροπίας και ανάληψη συλλογικής ευθύνης.

Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης

Και τι συμβαίνει με τις περίφημες αμέτρητες γάτες που κινούνται ελεύθερα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης σε αντιδιαστολή με τα σκυλιά, που είναι εξαφανισμένα από το αστικό τοπίο;

Η Γιλντιρίμ δεν δέχεται ότι οι γάτες «αγαπιούνται περισσότερο». «Τα σκυλιά αγαπιούνται επίσης, ίσως και περισσότερο», σημειώνει. «Η διαφορά δεν βρίσκεται στο συναίσθημα αλλά στο σώμα τους. Το σώμα του αδέσποτου σκύλου έχει φορτωθεί ιστορικά με αιτιάσεις περί φόβου, υγιεινής και δημόσιου κινδύνου. Οι γάτες, αντίθετα, έχουν ένα σώμα που ξεφεύγει από τις πρακτικές ελέγχου». Η παρατήρηση αυτή ανοίγει έναν ευρύτερο προβληματισμό: τα ζώα δεν αντιμετωπίζονται ισότιμα, ούτε καν ως προς το δικαίωμα ύπαρξής τους στον δημόσιο χώρο. Οι γάτες είναι ανεκτές και αποτελούν μέρος της γραφικότητας ενός τοπίου. Οι σκύλοι αντιθέτως ποινικοποιούνται. Η διαφορά αυτή είναι πολιτικά και ιστορικά κατασκευασμένη, λέει η Γιλντιρίμ.

Οι απλές καθημερινές πράξεις φροντίδας συντηρούν και προστατεύουν τα σκυλιά του δρόμου στην Τουρκία, επιτρέποντάς τους να ζουν. Η φροντίδα και η συμπόνια για τα ζώα παραμένουν η κύρια δύναμη που καθιστά δυνατή τη συνεχή παρουσία τους στην πόλη, προωθώντας τη συνύπαρξη προς το παρόν σε πείσμα της βίας.

INFO Η διάλεξη της Μινέ Γιλντιρίμ «Μεταξύ φροντίδας και βίας: τα σκυλιά της Κωνσταντινούπολης» πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Δημόσιου Προγράμματος του ΕΜΣΤ και της έκθεσης «Why Look at Animals?–Δικαιοσύνη για τη μη ανθρώπινη ζωή», την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου. Η έκθεση στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης διαρκεί έως τις 15 Απριλίου 2026.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/2026/02/05/culture/i-genoktonia-ton-adespoton-pos-i-konstantinoupoli-exei-ginei-i-mayri-proteyousa-tis-vias-kata-ton-zoon/ ανήκει στο Πολιτισμός – ΤΟ ΒΗΜΑ .