Τριάντα ολόκληρα χρόνια περιπλανιέμαι στα βιβλία της βοτανολογίας και γύρω από αυτόν τον κόσμο που ονομάζουμε βότανα. Με τον καιρό, διαπίστωσα πως ό,τι πραγματικά είχε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον δεν ήταν μόνο οι αναφορές, οι ταξινομήσεις ή οι ιδιότητες, αλλά οι ιστορίες των ανθρώπων. Οι αφηγήσεις των ντόπιων.
Έχω την τύχη να ταξιδεύω, να συνομιλώ με γλυκιές γιαγιάδες της υπαίθρου και να ακούω τα μυστικά τους. Η επιθυμία τους να μεταδώσουν τις παλιές πρακτικές και τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν σε σχέση με τη φύση δεν είναι απλώς συγκινητική· είναι πολύτιμη για τον σημερινό τρόπο ζωής.
Υπήρξε μια εποχή που η γνώση δεν χρειαζόταν χαρτί για να θεωρηθεί αληθινή. Στα χωριά της Ελλάδας, πριν η καθημερινότητα οργανωθεί γύρω από φαρμακεία, ιατρεία και πρωτόκολλα, υπήρχε μια άλλη τάξη πραγμάτων: η τάξη της εμπειρίας. Και μέσα σε αυτή την εμπειρία, οι γυναίκες είχαν έναν ρόλο που συχνά μένει έξω από τις «μεγάλες» αφηγήσεις της ιστορίας. Παράδοξο, θα έλεγε κανείς.
Σε καταγραφές της ελληνικής λαϊκής ιατρικής, εκεί όπου η εθνοβοτανική συναντά την κοινωνική μνήμη, αναφέρεται ότι στην ύπαιθρο, δίπλα στους πρακτικούς γιατρούς, υπήρχαν η μαμή (ή μαία) του χωριού και οι λεγόμενες «γριές» ή «μπάμπες». Γυναίκες που κρατούσαν γνώση, πρακτική και κύρος, όχι επειδή διέθεταν τίτλους, αλλά επειδή είχαν εμπειρία, αποτελέσματα και, κυρίως, ενέπνεαν εμπιστοσύνη. Η γνώση τους μεταφερόταν προφορικά: από στόμα σε στόμα, από χέρι σε χέρι.
Αυτό το «προφορικά» είναι το κλειδί. Η άγραφη γνώση δεν είναι λιγότερο πολύτιμη. Είναι γνώση που ζει μέσα στη σχέση: στη συγγένεια, στη γειτονιά, στην καθημερινότητα. Δεν διδάσκεται με εγχειρίδια. Διδάσκεται με συμμετοχή, συχνά από ανάγκη και όχι από επιλογή.
Οι γυναίκες της υπαίθρου δεν μιλούσαν για δραστικά συστατικά. Μιλούσαν για το σώμα, για την αντοχή, για τον χρόνο. Και όταν ερχόταν η στιγμή της μεγάλης ευθύνης – η γέννα – ο ρόλος της μαμής αποκτούσε ιδιαίτερη κοινωνική βαρύτητα. Δεν επρόκειτο απλώς για μια πρακτική παρουσία, αλλά για πρόσωπο εμπιστοσύνης, σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής των γυναικών.
Σε κείμενα που εξετάζουν την επιβίωση παλαιότερων πρακτικών στη λαϊκή παράδοση καταγράφεται ότι το σκαμνί της γέννας, ο λεγόμενος μαιευτικός δίφρος, γνωστός ήδη από αρχαίες περιγραφές – συνέχισε να χρησιμοποιείται από μαμές μέχρι και τον 20ό αιώνα. Παράλληλα, η ύπαρξη τέτοιων αντικειμένων τεκμηριώνεται σήμερα και μέσα από μουσειακές συλλογές. Πρόκειται για υλικό πολιτισμό: σκεύη, αντικείμενα και τρόπους, ένα σύνολο πρακτικών της καθημερινότητας.
Όμως η γνώση αυτών των γυναικών δεν περιοριζόταν μόνο στη χρήση των φυτών ή σε συγκεκριμένες στιγμές ζωής. Όπως καταγράφεται σε ιστορικές και λαογραφικές μελέτες, στη λαϊκή ιατρική συνυπήρχαν πρακτικές φροντίδας του σώματος με πρακτικές λόγου και πίστης. Ευχές, ξεμάτιασμα και επωδές αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος αντιμετώπισης της ασθένειας, όπου το σωματικό και το ψυχικό δεν διαχωρίζονταν.
Σύμφωνα με ιστορική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Medical History, πολλοί εμπειρικοί θεραπευτές (άνδρες και γυναίκες) διατηρούσαν χειρόγραφα «γιατροσόφια», συλλογές πρακτικών και συμβουλών που περνούσαν από γενιά σε γενιά και ενίσχυαν το κύρος τους μέσα στην κοινότητα. Παράλληλα, σε πολλές περιπτώσεις, η γνώση αυτή δεν καταγραφόταν ποτέ, αλλά παρέμενε δεμένη με συγκεκριμένα πρόσωπα και με τη φήμη τους.
Αντίστοιχα, σε συλλογές προφορικών μαρτυριών από την Κρήτη, και ειδικότερα από τα Χανιά, καταγράφονται πρακτικές σπιτικής φροντίδας που περνούσαν από γιαγιά σε εγγονή: επιθέματα, γαργάρες, συνδυασμοί τροφικών υλικών και βοτάνων. Δεν επρόκειτο για «θεραπείες» με τη σημερινή έννοια, αλλά για πράξεις καθημερινής φροντίδας, βαθιά ενταγμένες στον τρόπο ζωής. Οι γυναίκες που τις εφάρμοζαν δεν τις παρουσίαζαν ως γνώση προς επίδειξη, τις χρησιμοποιούσαν επειδή είχαν δοκιμαστεί στον χρόνο και στη συλλογική εμπειρία.
Το σπίτι, άλλωστε, λειτουργούσε ως ένα είδος μικρού εργαστηρίου, χωρίς να ονομάζεται έτσι. Εκεί όπου το βότανο δεν ήταν προϊόν· ήταν ύλη. Και η φροντίδα δεν ήταν τάση της εποχής, αλλά ανάγκη της. Πανεπιστημιακές αναφορές για τη λαϊκή ιατρική τονίζουν ότι για αιώνες αποτέλεσε όχι μόνο τρόπο αντιμετώπισης δυσκολιών, αλλά και βασικό συστατικό του πολιτισμού, ιδιαίτερα σε περιόδους με ελλιπή οργάνωση και περιορισμένα μέσα.
Η μνήμη αυτών των γυναικών δεν διασώζεται πάντα με ονόματα. Διασώζεται με φράσεις: «έλα να σου δείξω», «μην το παρακάνεις». Και αυτό είναι από τα πιο ακριβή πολιτισμικά αποτυπώματα: η έννοια του χρόνου. Η γνώση των βοτάνων στην ύπαιθρο δεν ήταν ποτέ ανεξάρτητη από την εποχή, το κλίμα, το τι υπήρχε διαθέσιμο και το τι έλειπε.
Γι’ αυτό και, όταν μιλάμε σήμερα για παράδοση, συχνά χάνουμε κάτι ουσιαστικό. Η παράδοση δεν ήταν νοσταλγία. Ήταν τρόπος ζωής. Πριν από την κυριαρχία των χημικών φαρμάκων, τα βότανα αποτελούσαν κρίσιμη μάζα φροντίδας στην καθημερινότητα. Δεν τα χρησιμοποιούσαν για να επιστρέψουν στο παρελθόν, αλλά γιατί έπρεπε να ζήσουν.
Και ύστερα, σταδιακά, αυτό άλλαξε. Η αστικοποίηση, η ιατρική, η αλλαγή της οικογένειας, η μετακίνηση από τη γειτονιά στο διαμέρισμα δεν έσβησαν μόνο πρακτικές, έσβησαν και τον τρόπο μετάδοσης. Όταν η γνώση δεν περνά πια από το τραπέζι, από το χωράφι, από τη συντροφικότητα των γυναικών, χάνει το φυσικό της κανάλι.
Παράλληλα, όμως, συμβαίνει και κάτι ακόμη: η γνώση αυτή αρχίζει να καταγράφεται. Όχι μόνο ως ανάμνηση, αλλά ως πεδίο έρευνας. Σύγχρονες εθνοβοτανικές μελέτες σε ελληνικές περιοχές βασίζονται σε συνεντεύξεις και καταγραφές τοπικών ονομασιών, τρόπων παρασκευής και χρήσεων, επιχειρώντας να αποτυπώσουν ό,τι επιβιώνει. Ενδεικτικά, σε έρευνα για τα νησιά του Βορείου Αιγαίου συμμετείχαν διακόσια άτομα, εκατό γυναίκες και εκατό άνδρες, με επαναληπτικές συνεντεύξεις σε όσους διέθεταν σχετική γνώση, ώστε να καταγραφεί αυτή η τοπική μνήμη με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Ίσως αυτός να είναι ο πιο ιδανικός τρόπος να μιλήσουμε για αυτές τις γυναίκες: όχι να τις ωραιοποιήσουμε ή να τις μετατρέψουμε σε μύθο, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι υπήρξαν φορείς μιας γνώσης γραμμένης στην καθημερινότητα. Δεν άφησαν βιβλία, άφησαν τον τρόπο και αυτός παραμένει ζωντανός.


