Ρώτησα για το Καθολικό, δεν ήξερα αν ήταν χωριό, παραλία ή μοναστήρι, είχα δει μόνο την ταμπέλα. «Μιάμιση ώρα πεζοπορία» μου είπαν, «Χωματόδρομος». Είπα να το κάνω. Ένα λιμανάκι με πέντε, έξι ψαρόβαρκες ήταν. Κάθισα στο ασβεστωμένο πεζούλι να πάρω ανάσα, κόντευε δέκα πια, άρχιζε σιγά σιγά η κάψα. Ένας δίπλα με σηκωμένα τα παντελόνια ξεψάριζε, άλλον δεν είχε. «Μαρίδα;» τον ρώτησα. «Γοπάκια πρώτα!» μου είπε, «Να κάνω καφεδάκι;» Εξήντα, εξήντα κάτι, αξύριστος, κάπως καμπουριασμένος.
Μπροστά στα πόδια μου δεμένη μια βαρκούλα κάτασπρη λικνιζόταν ελαφρά, στολισμένη γύρω γύρω με μια κόκκινη ρίγα λαδομπογιά, λαμπερή, περιποιημένη, επίτηδες λες και πόζαρε για να την φωτογραφίσεις. Στα πλάγια της το όνομά μου. Αυτήν άμα την στείλεις στ’ ανοιχτά δύσκολα θα τα καταφέρει, σκέφτηκα, κι αυτό ακόμη το ελάχιστο, το ξεθυμασμένο κύμα στον κλειστό ορμίσκο την έκανε να γέρνει αδύναμη πότε απ’ τη μια, πότε απ’ την άλλη.
«Αυτήν κοιτάς;», γέλασε ο ψαράς. «Μ’ αυτήν προχθές τους μάζεψα. Δεκαοκτώ νοματαίοι, τέσσερα παιδιά, μια εγκυμονούσα. Είπα, γούστο θα ’χει τώρα να γεννήσει στη Λουτσία πάνω, η κοιλιά τούμπανο. Ανοίχτηκα για ν’ απλώσω δίχτυα, μια τους βλέπω πέρα απ’ τον κόλπο να κουνούν όρθιοι πάνω κάτω τα χέρια, λέγω τι πάθαν οι άνθρωποι, κάνω να πλησιάσω, σκίζουν τη βάρκα, πέφτουν στο νερό, αμέσως φτάνω, γραπώνονται απ’ τη δική μου, ο ένας πάνω στον άλλον, ανεβαίνουν, βγήκαμε. Από πού είστε εσείς, πώς ξεφυτρώσατε εδωνά; “Ρέφουτσις, ρέφουτσις” λέγανε. Κι άλλα λέγανε, τι ήξερα ’γω;
Κάλεσα λιμενικό, να μην καλούσα; Μέχρι να τακτοποιηθούν, να συνέλθουν, έρχονται οι λιμενικοί. Με το που τους βλέπουν οι άλλοι στον ανήφορο πάνω, δίνει ένας τους σήμα και παν όλοι μαζί και χώνουν τα χέρια, μετά συγχωρήσεως, στα βρακιά τους, αμάν λέγω! Και πώς κάνουν οι τσαρλατάνοι κι απ’ το καπέλο τους βγάζουν λαγούς, περιστέρια, να έτσι, με μια κίνηση, βγάζουν ο καθένας από ένα άσπρο χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα σε τζελατίνα, και σαν κουρντισμένοι, μια τα πετούν στον αέρα, τι κάνουν, λέγω, αυτοί, μη βρω μπελά. Πώς βλέπεις καμιά φορά κοπάδια γλάρους να πηγαίνουνε κι οοοπ να ’ρχονται κι απαλά απαλά να κάθονται στο νερό, έτσι και τα χαρτιά τους κάθισαν το ένα δίπλα στο άλλο ανάμεσα στα καΐκια.
Κατεβαίνουν δυο λιμενικοί, τους βάζουν στη σειρά, φωνές, βρισιές, φορούν γάντια, μάσκες, έναν έναν αρχίζουν να τους πασπατεύουν πάνω απ’ τα ρούχα, έσταζαν αυτοί, νέοι άνθρωποι, τι να τους σιχαθείς, και βρώμικοι να ’τανε τους ξέπλυνε η θάλασσα. Τα χαρτιά τους να, στο νερό ’δωνά δίπλα, δε μίλησα, τι χαρτιά ήταν αυτά, πού ήξερα αν ήταν για κακό ή για καλό, η Τουρκία απέναντι, ήταν και τα παιδιά, ήταν κι η έγκυος, “Όταν βλέπεις γυναίκα να εγκυμονεί, την ίδια την Παναγιά σαν να βλέπεις” έλεγε ο πατέρας μου. Για να τα πετάξουν αυτοί ξέρουν, λέγω. “Ρέφουτσις, ρέφουτσις”, τίποτα δεν είχα να τους δώσω.
Εντωμεταξύ ήρθε απ’ τον Δήμο φορτηγό, “Στεντ απ, στεντ απ”, όλο τους φώναζε ένας μέσ’ απ’ τη μάσκα, “Εν δυο, εν δυο”, τι καταλάβαιναν από παραγγέλματα, κι όμως πρώτα οι άντρες, μετά οι γυναίκες, τα παιδιά το καθένα δίπλα στη μάνα του, έτσι στη σειρά, ένας ένας πήδαγαν στην καρότσα, κάποιος από μέσα τους άπλωνε το χέρι και τους τράβαγε, έτσι κι η έγκυος, το ίδιο με τους άλλους ανέβηκε, σήκωσε τα φουστάνια της, έκανε μία δεν τα κατάφερε, με την δεύτερη σάλταρε κι αυτή. Μια πιτσιρίκα, την ώρα που πάει ν’ ανέβει, γυρνάει με κοιτάει, κάνει με τα δυο δάχτυλα το σήμα της νίκης, σκάει χαμόγελο, κάνω κι εγώ το ίδιο με τα δικά μου.
Πάει έφυγαν αυτοί, ξεβράζει σε λίγο η θάλασσα τα χαρτιά τους, να εδώ μπροστά, εκεί που κάθεσαι εσύ τώρα. Δεν τα ’δαν οι λιμενικοί; Έκαναν που δεν τα ’δαν; Τι ξέρω εγώ… Τα μάζεψα, τι να ’κανα, τα στέγνωσα στον ήλιο, σφραγίδες, υπογραφές, η φωτογραφία του καθενός πάνω, επίσημα έγγραφα, ξενικά, τα κοίταζα, δεν ήξερα τι έπρεπε να τα κάνω, να τα πήγαινα στην αστυνομία, να μην τα πήγαινα, πού ξέρω ’γω τι σόι πράμα ήταν αυτά και τι σόι πράμα ήταν κι αυτοί. Σκέφτηκα, τι κακό, μωρέ, να κάνουν στο έθνος αυτοί οι ρέφουτσις, πιο κακόμοιρο βλέμμα, κι ας χαμογέλαγαν, δεν είχαν ξαναδεί.
Σ’ έναν σκύλο μόνο, πριν από καμιά βδομάδα, εδώ στις ερημιές κι αυτός τριγύριζε, στη διασταύρωση του Σωτήρος, το ένα του πόδι φαγωμένο, ξέρω ’γω πώς το ’φαγε, αίματα ξεραμένα και δεν το πάταγε, το κουβάλαγε κούτσα κούτσα, πετσί και κόκαλο, τον τρώγαν τα τσιμπούρια, «Τί ’ναι, ρε;» του λέγω, μες στα μάτια να με κοιτάει, «Πώς σε κατάντησαν εσένα έτσι;», ούτε την ουρά του είχε τη δύναμη να κουνήσει, μόνο κοίταγε. Έριξα στη χούφτα μου απ’ το μπουκάλι νερό, ήρθε κι έγλειψε, πλαφ-πλαφ με τη γλώσσα του, το μισό το πέταγε στο χώμα, κι άλλο νερό, κι άλλο, έγλειφε στο τέλος κάτω, τις λάσπες. Είχα τον νου μου τις επόμενες μέρες, του ’φερνα χθεσινό φαΐ σε μια νάιλον, τίποτα, δεν ξαναφάνηκε, το πέταγα στα ψάρια.
Και λέγω τώρα γι’ αυτούς τους ρέφουτσις, τόσο να περπάτησαν μέχρις εδώ, στεριά, θάλασσα, θάλασσα!, τη ζωή τους να έπαιξαν στα ζάρια, μάνες, παιδιά, παιδιά!, μόνο και μόνο για να ξεκάνουν την πατρίδα μας; Τέτοιο σατανικό σχέδιο; Άμε στο καλό, είπα!
Να ‘βλεπες μόνο το χαμόγελο αυτής της πιτσιρίκας. Θαρρείς και σε πανηγύρι την πήγαιναν! Μαυριδερή, λιανή, με μακριές κοτσίδες, τα μπροστινά τα δόντια της πεσμένα, κάτσε να σ’ την δείξω» είπε, κι από ένα μάτσο Α4 σε ζελατίνα, δεμένα ρολό με λάστιχο, μου ξεχώρισε το έγγραφο της μικρής με τη φωτογραφία της. Σε μια κασέλα με απόχες, βαρίδια και πετονιές τα φύλαγε, δίπλα εκεί που στοίβαζε τα δίχτυα του.
Λίγα λόγια για τη Βίκυ Τσελεπίδου
Η Βίκυ Τσελεπίδου γεννήθηκε στην Καβάλα και έχει σπουδάσει Νομικά, Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμό, Επικοινωνία και Δημιουργική Γραφή. Το τελευταίο της μυθιστόρημα Η αγέλη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και πρόκειται για το έκτο πεζογραφικό της έργο.
Έχουν προηγηθεί η συλλογή διηγημάτων Ελενίτ (Νεφέλη, 2014), που βρέθηκε στις βραχείες λίστες των περιοδικών Αναγνώστης και Κλεψύδρα για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, το μυθιστόρημα Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι; (Νεφέλη, 2017), το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, η νουβέλα Φιλελλήνων (Νεφέλη, 2018), επίσης υποψήφια στη βραχεία λίστα του Αναγνώστη, το μυθιστόρημα Ο Μεγάλος Σκύλος (Νεφέλη, 2020), που διακρίθηκε στις βραχείες λίστες των Αναγνώστη και Κλεψύδρα, καθώς και το 120 γραμμάρια (Νεφέλη, 2022), που συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα του περιοδικού Χάρτης. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους, περιοδικά και εφημερίδες.


