Τη βάπτισαν Γέρμα, προς τιμήν του ομώνυμου χωριού της Λακωνίας από όπου καταγόταν ο πατέρας της. Στην εφηβεία της ανακάλυψε πως στην ισπανική γλώσσα το όνομά της σημαίνει «άγονη», γι’ αυτό και ο Λόρκα το χάρισε σε μια θεατρική ηρωίδα του που παλεύει, απελπισμένα και μάταια, να γίνει μητέρα. Ακούγοντας την τραγική ιστορία της συνονόματής της, είχε ασυνείδητα χτυπήσει ξύλο, για να ξορκίσει το κακό, μα την επόμενη κιόλας στιγμή είχε γελάσει με την αντίδρασή της. Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες, δεν είχαν χώρο στη δική της ζωή, αγαπούσε πολύ τα παιδιά και σχεδίαζε να αποκτήσει τουλάχιστον δύο.
Με τον Ορέστη, ερωτεύτηκαν στα φοιτητικά έδρανα και λίγο μετά τα τριάντα, ξεκίνησαν την υλοποίηση του κοινού ονείρου τους, τη δημιουργία μιας μεγάλης και ευτυχισμένης οικογένειας. Ήταν νέοι, υγιείς και ταιριαστοί, ένιωθαν ατρόμητοι. Ο λύκος του δικού τους παραμυθιού εμφανίστηκε νωρίς, την ημέρα της γαμήλιας τελετής. «Ησαΐα χόρευε, η Παρθένος έσχεν εν γαστρί, και έτεκεν υιόν τον Εμμανουήλ…» έψαλλε ο ιερέας και ο πόνος στο υπογάστριο την έσκισε στα δύο. Έπεσε σφαδάζοντας στο πάτωμα. Το καυτό αίμα έβαψε με το κόκκινο του θανάτου το πάλλευκο νυφικό της. Το νεκρό έμβρυο, ήταν έξι εβδομάδων…
Αποφασισμένοι να αφήσουν πίσω τους την ατυχία, ξεκίνησαν με ζήλο την προσπάθεια να γίνουν γονείς. Για ενάμιση χρόνο η ερωτική διάθεση εκτοπίστηκε από την επιθυμία της αναπαραγωγής. Κάθε φορά που το τεστ ωορρηξίας και το θερμόμετρό της, υποδείκνυαν πως ήταν η κατάλληλη μέρα και ώρα, εγκατέλειπαν τα πάντα και έτρεχαν στο κρεβάτι, με την ευχή να είναι αυτή η ευλογημένη σεξουαλική επαφή. Γολγοθάς η αναμονή που ακολουθούσε, οι μέρες κυλούσαν αφόρητα αργά κι εκείνη πηγαινοερχόταν αδιάκοπα στην τουαλέτα, τσεκάροντας μήπως υπάρχει κάποια κόκκινη κουκίδα στο εσώρουχό της. Δέκα οκτώ φορές αντίκρυσε τις ελπίδες της πνιγμένες μέσα στα υγρά της έμμηνου ρήσης, δέκα οκτώ φορές παραδόθηκε στον απαρηγόρητο θρήνο της εγκυμοσύνης που δεν είχε έρθει.
Για την επόμενη πενταετία, δοκίμασαν τα πάντα. Ορμονοθεραπείες, εξωσωματικές, προσευχές, τάματα, μαντζούνια, φυλαχτά, ξόρκια. Τρεις φορές άγγιξαν το όνειρο, τρεις φορές η σπίθα της ζωής άστραψε στα σπλάχνα της μα και τις τρεις έσβησε σαν φωτοβολίδα. Η σκέψη πως ίσως η μοίρα της να ήταν όμοια με αυτή της πρωταγωνίστριας του Λόρκα, υψώθηκε μέσα της. «Μήπως είναι και η δική μου μήτρα χέρσα γη, μια αφιλόξενη έρημος που σκοτώνει κάθε σποράκι που προσπαθεί να καρπίσει σε αυτήν;», ρώτησε καταρρακωμένη μια μέρα στον άντρα της. Την αγκάλιασε σφιχτά εκείνος, «εμένα μού αρκεί που η καρδιά σου γεννάει αγάπη», της ψιθύρισε. Το ίδιο θα της έλεγε κάθε φορά που κάποιος τούς έθετε αδιάκριτα το ερώτημα «γιατί δεν έχετε κάνει ακόμη παιδάκι;», έξι ανώδυνες λέξεις που όταν συναντηθούν στην ίδια πρόταση γίνονται λεπίδες. Το ίδιο θα της έλεγε κάθε φορά που στα μάτια γνωστών κι αγνώστων διάβαζαν τον οίκτο, «οι καημένοι, άραγε αυτός είναι ανίκανος ή εκείνη στείρα;».
Την πλήγωναν βαθιά τα κοινωνικά στερεότυπα που θέλουν τις γυναίκες που δεν γίνονται μάνες να μεταμορφώνονται σε μίζερα, κομπλεξικά και μοχθηρά πλάσματα. Την πονούσαν χαρακτηρισμοί όπως στείρα, στέρφα, άκαρπη, άκληρη, και είχε κλάψει πολύ μαθαίνοντας πως παλιότερα χρησιμοποιούσαν το επίθετο άβια για να περιγράψουν ότι μια γυναίκα δίχως παιδί, είναι γυναίκα δίχως βίο.
«Το ότι δεν έχω παιδί, δεν σημαίνει ότι δεν έχω ζωή! Έχω κοπιάσει πολύ για να δημιουργήσω μια υπέροχη, μεγάλη οικογένεια. Αποτελείται από εμένα και τον σύντροφό μου, τα σκυλιά, τις γάτες και τον παπαγάλο μας, τους γονείς, τα αδέλφια, τα ανίψια, τους φίλους μας και τα παιδιά τους. Όταν μαζευόμαστε στις χαρές, γεμίζουμε τρία τραπέζια και στα ζόρια είμαστε πάντα εκεί ο ένας για τον άλλον, μια γροθιά. Οι λόγοι που δεν έγινα μητέρα, οι φορές που προσπάθησα ή δεν προσπάθησα, η απόφαση να υιοθετήσω ή όχι ένα παιδί, αφορούν εμένα, όπως και την κάθε μία που βρίσκεται στην ίδια θέση. Ποιος σας δίνει το δικαίωμα να μου κρεμάτε την ταμπέλα της καημένης, της λειψής, της αποτυχημένης; Ποια προσωπικά κενά σας προσπαθείτε να κουκουλώσετε κρίνοντας τη δική μου ζωή;», έντυσε με λέξεις τις πληγές της και τις κατέγραψε στο ημερολόγιό της, για να μη μείνουν ανείπωτες και γίνουν βράχοι μέσα στη λαβωμένη ψυχή της.
Τα χρόνια περνούσαν και το παιδί δεν ερχόταν. Η Γέρμα αδυνατούσε να κατανοήσει τους λόγους που ο Θεός δεν την τιμούσε με το δώρο της μητρότητας, έφταναν στιγμές που θύμωνε μαζί Του. «Γιατί επιτρέπεις να γίνονται μανάδες γυναίκες που κακοποιούν τα παιδιά τους, σημαδεύουν ανεξίτηλα τις ψυχές ή τα κορμάκια τους, προσβάλλουν τον θρίαμβο της φύσης και μαζί όλες εμάς που δεν θα τον βιώσουμε ποτέ, όσο κι αν το λαχταράμε;», απαιτούσε εξηγήσεις κι αμέσως το μετάνιωνε και ζητούσε τη Θεία συγχώρεση.
Όλα άλλαξαν, μόλις παρήλθε η ηλικία της γονιμότητας. Μια αναπάντεχη γαλήνη την τύλιξε, η θλίψη, το παράπονο, ο καημός κι ο θυμός σταδιακά καταλάγιασαν μέσα της. Η ωριμότητα και η σκληρή δουλειά με τον εαυτό της, τη βοήθησαν να συνειδητοποιήσει πως η ζωή είναι ένα παιχνίδι που χρειάζεται και τύχη. Όσες σωστές επιλογές κι αν κάνεις, όσες ευφυείς στρατηγικές κι αν αναπτύξεις, αν περιμένεις παντού νίκες, θα απογοητευτείς. Στο τελείωμα της πέμπτης δεκαετίας της ζωής της, το στοίχημα της μητρότητας είχε χαθεί για εκείνη, όμως υπήρχαν τόσα άλλα κερδισμένα. Είχε μάθει να εκτιμά την ανατολή του ηλίου και να αναζητά τις αχτίδες φωτός μέσα στο πιο πηχτό σκοτάδι, είχε μια καθημερινότητα δημιουργική και ενδιαφέρουσα, είχε φίλους που ήταν τα αδέλφια της καρδιάς της, είχε τον Ορέστη, έναν άντρα υποστηρικτικό και όχι λιποτάκτη, συνοδοιπόρο και όχι δεκανίκι. Είχε και κάτι ακόμη. Μπορεί το σώμα της να μην γεννούσε ποτέ παιδιά, όμως η καρδιά της συνέχιζε αδιάκοπα να γεννάει αγάπη. Και αυτή, ήταν η μεγαλύτερη νίκη της.
*Αφιερωμένο στη Γ. που μού εμπιστεύτηκε την ιστορία της και σε όλες τις γυναίκες που γεννούν αγάπη…
Λίγα λόγια για τη Μαρία Παναγοπούλου
Η Μαρία Παναγοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Το πραγματικό της επίθετο είναι Παναγοηλιοπούλου, αλλά σε ηλικία 19 ετών, όταν ξεκίνησε να εργάζεται ως ρεπόρτερ στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, αναγκάστηκε να το περικόψει αφού ήταν γλωσσοδέτης για τους παραγωγούς των εκπομπών. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, σε περιοδικά και εφημερίδες, αλλά και στον χώρο των δημοσίων σχέσεων και της επικοινωνίας. Πρόσφατα ολοκλήρωσε ένα πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και τώρα φοιτά στο πρόγραμμα Θετικής Ψυχολογίας. Το τελευταίο βιβλίο της έχει τίτλο Η εκδίκηση της μπαλαρίνας και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.


