Δύο μαρμάρινα αγάλματα ελληνιστικών χρόνων, που ήρθαν στο φως πριν από μία δεκαετία στην Αγορά της Πέλλας
Η ανάδειξη του χώρου βασίστηκε σε μάστερ πλαν που εκπονήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας και υλοποιήθηκε με πόρους του ΕΣΠΑ, του Ταμείου Ανάκαμψης και του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης. Όπως είπε από την πλευρά της η κ. Μενδώνη, από τη νέα τουριστική περίοδο θα λειτουργεί ηλεκτρονικό εισιτήριο τόσο στο Μουσείο όσο και στον αρχαιολογικό χώρο, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου έργου ενοποίησης περισσότερων από 300 αρχαιολογικών χώρων σε ενιαία ψηφιακή πλατφόρμα, με δυνατότητες ψηφιακών ξεναγήσεων και εφαρμογών.
Παράλληλα με τα εγκαίνια του αρχαιολογικού χώρου, εγκαινιάστηκε και το νέο κτήριο υποδοχής και εξυπηρέτησης επισκεπτών, το οποίο θα λειτουργήσει ως κέντρο πληροφόρησης, με αναλογικά και ψηφιακά εκθέματα, διευκολύνοντας την κατανόηση ενός εκτεταμένου αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος, λόγω λιθαρπαγής, σώζεται κυρίως στο επίπεδο των θεμελιώσεών του. Όπως επισήμανε η υπουργός, τα κατάλοιπα του χώρου δεν είναι εύκολα αναγνώσιμα για τον επισκέπτη, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική τη λειτουργία του κέντρου πληροφόρησης, το οποίο θα εξοπλιστεί πλήρως με ψηφιακό υλικό το αργότερο έως την 1η Απριλίου 2026.
Η κ. Μενδώνη τόνισε ακόμη ότι «η Κεντρική Μακεδονία έχει τουλάχιστον δύο ανάκτορα των Μακεδόνων, των Αιγών και της Πέλλας, τα οποία πρέπει να αντιμετωπίζονται ενιαία, ως οι τόποι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου», υπογραμμίζοντας την ανάγκη χάραξης κοινής στρατηγικής προβολής.
Από την πλευρά της, η περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας Αθηνά Αηδονά επισήμανε ότι η Περιφέρεια χρηματοδότησε, μέσω ευρωπαϊκών πόρων, όχι μόνο τα έργα που εγκαινιάστηκαν, αλλά και ένα ευρύτερο πλέγμα παρεμβάσεων για την προστασία και ανάδειξη του ανακτόρου, σημειώνοντας ότι «η επένδυση στον πολιτισμό επιστρέφει με πολλαπλασιαστική αξία στην τοπική κοινωνία και οικονομία».


