Αγάπη δεν είναι να κοιτάς τον άλλον στα μάτια, αλλά να νιώθεις ότι χωρίς αυτόν, η ψυχή σου είναι ήδη νεκρή.
Ξέχασε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Εκείνοι ήταν δυο ερωτευμένα παιδιά που τα χώρισαν οι οικογένειές τους. Στα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλι Μπροντέ, το ζευγάρι δεν το χωρίζει η μοίρα, αλλά η επιλογή.
Οι πιο ρομαντικές «ερωτοχτυπημένες» ατάκες ειπώθηκαν σε αυτό το έργο. Η κραυγή του Χίθκλιφ μπροστά στην ετοιμοθάνατη Κάθριν.Εκεινή διάλεξε την ασφάλεια, τα λεφτά και την κοινωνική θέση του Έντγκαρ Λίντον, προδίδοντας τον άγριο, φτωχό, αλλά αληθινό της εαυτό που ήταν ο Χίθκλιφ.
«Θα ήθελες εσύ να ζεις όταν η ψυχή σου είναι μες στον τάφο;»
Η ανατομία της αυτοπροδοσίας
Ο Χίθκλιφ εδώ δεν μιλάει ως εραστής, αλλά ως το «άλλο μισό» της Κάθριν. Η φράση-κλειδί είναι: «Εσύ σκότωσες τον εαυτό σου». Η Μπροντέ μας δίνει ένα σκληρό μάθημα: Όταν αρνείσαι αυτό που πραγματικά είσαι και αγαπάς για να συμβιβαστείς με αυτό που η κοινωνία θεωρεί «σωστό» (τον Λίντον), διαπράττεις μια πνευματική αυτοκτονία. Η Κάθριν πεθαίνει από μαράζι, γιατί προσπάθησε να εξημερώσει μια ψυχή που ήταν φτιαγμένη για την καταιγίδα.
Τι κρύβεται πίσω από την οργή του Χίθκλιφ;
Αν έχεις μελετήσει Αγγλική Λογοτεχνία, ξέρεις ότι αυτός ο μονόλογος είναι το αποκορύφωμα του Γοτθικού Ρομαντισμού:
- Ο Βυρωνικός Ήρωας (Byronic Hero): Ο Χίθκλιφ δεν είναι ο «καλός» της ιστορίας. Είναι ένας αντι-ήρωας: σκοτεινός, εκδικητικός, βίαιος, αλλά ταυτόχρονα βαθιά γοητευτικός λόγω του πάθους του. Οι φοιτητές αναλύουν πώς η Μπροντέ έφτιαξε έναν χαρακτήρα που είναι ταυτόχρονα δαίμονας και θύμα.
- Το «Είμαι εγώ»: Νωρίτερα στο βιβλίο, η Κάθριν λέει τη διάσημη ατάκα: «Είμαι ο Χίθκλιφ» (I am Heathcliff). Γι’ αυτό ο Χίθκλιφ της λέει εδώ: «Ραγίζοντας την καρδιά σου, ράγισες και τη δική μου». Δεν είναι δύο ξεχωριστοί άνθρωποι αλλά μια οντότητα. Αν ο ένας προδώσει τον εαυτό του, καταστρέφει και τον άλλον.
- Η κοινωνική κριτική: Η Μπροντέ, μέσα από την οργή του Χίθκλιφ («Επειδή ένιωσες κάτι εφήμερο για τον Λίντον;»), κατηγορεί την βικτωριανή κοινωνία που ανάγκαζε τις γυναίκες να παντρεύονται για το στάτους και όχι για την ψυχή τους.
Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλι Μπροντέ
«Τώρα κατάλαβα πόσο σκληρή ήσουν! Σκληρή και ψεύτρα! Γιατί με περιφρόνησες; Γιατί πρόδωσες την καρδία σου, Κάθι; Δεν έχω ούτε μια λέξη παρηγοριάς να σου πω. Σου αξίζει αυτό που περνάς. Εσύ σκότωσες τον εαυτό σου. Ναι, φίλα με και κλάψε όσο θες. Ανταπόδωσε τα δάκρυα και τα φιλιά μου. Θα σε καταστρέψουν, θα σε καταδικάσουν. Αφού με αγαπούσες, με ποιο δικαίωμα με παράτησες; Με ποιο δικαίωμα, απάντησέ μου! Επειδή ένιωσες κάτι εφήμερο για τον Λίντον; Γιατί ούτε η φτώχεια ούτε ο θάνατος, ούτε ο Θεός ούτε ο Διάβολος θα μπορούσαν να μας χωρίσουν. Εσύ, με τη θέλησή σου, εσύ το έκανες. Δεν ράγισα εγώ την καρδιά σου, εσύ τη ράγισες. Και ραγίζοντάς τη, ράγισες και τη δική μου. Τόσο το χειρότερο για μένα που είμαι γερός. Με ρωτάς αν θέλω να ζήσω; Τι σόι ζωή θα είναι αυτή αν εσύ… Ω, Θεέ μου! Θα ήθελες εσύ να ζεις όταν η ψυχή σου είναι μες στον τάφο;»
Αλαίν ντε Μποττόν: «Ερωτευόμαστε έναν άνθρωπο ή την ανάγκη μας να αγαπηθούμε;»
Φωτογραφία εξωφύλλου


