Skip to content

Η γιορτή της Πρωτομαγιάς δεν είναι συνδεδεμένη μόνο με την αποκορύφωση της Άνοιξης και την ανθοφορία και τον γενικότερο οργασμό της φύσης. Η Πρωτομαγιά αποτελεί εξίσου κι ένα ορόσημα για τις εργατικές διεκδικήσεις κι αγώνες.Ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος υπήρξε μια από τις πιο ιδιόρρυθμες και εμβληματικές μορφές της γενιάς του ’30. Η παρατεταμένη και πεισματική «σιωπή» του, η αντίθεσή του απέναντι στο σύστημα προβολής της τέχνης κι η στράτευσή του σε μία πραγματικά κοινωνική τέχνη, για πολλά χρόνια του στέρησαν τη φήμη που άξιζε στην εποχή του για τη μεγάλη μαεστρία και σημασία του έργου του. Στα έργα της σειράς «Οικοδόμοι», ο διαλεκτός τούτος καλλιτέχνης αποθεώνει την εργατική τάξη με έναν τρόπο σχεδόν μνημειακό. Οι μορφές των οικοδόμων του Διαμαντόπουλου δεν είναι λεπτεπίλεπτες ή εξωραϊσμένα γραφικές φιγούρες καθημερινών ανθρώπων. Απεναντίας, η σχεδόν γλυπτική, ανάγλυφη, απεικόνισή τους, με την αδρή και τραχιά, υλική σχεδόν πινελιά, συμβολικά τους μετατρέπει σε στιβαρούς όγκους, με αδρές επιφάνειες, χέρια μεγάλα και πρόσωπα που θυμίζουν αρχαϊκά γλυπτά ή βυζαντινές τοιχογραφίες. Η τεχνική που χρησιμοποιεί ο Διαμαντόπουλος απλώνοντας το χρώμα, μοιάζει κι εκείνη με τη δουλειά του κτίστη, ο ίδιος ο καλλιτέχνης ταυτίζεται και χτίζει τον πίνακα όπως ο οικοδόμος την οικοδομή.Ο χαράκτης Τάσσος είναι ο καλλιτέχνης που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ταύτισε το όνομά του με τους λαϊκούς αγώνες. Στο έργο του οι εργάτες κι οι αγρότες, όπως κι η λαϊκή αγανάκτηση βρίσκουν απαράμιλλη έκφραση, μέσα από το ιδιαίτερο ύφος των μορφών του. Οι ξυλογραφίες του σε έργα όπως οι εμβληματικές «Αγρότισσες» (1958, Έγχρωμη ξυλογραφία), αλλά και στους άλλους εργάτες της υπαίθρου ή τους «Ψαράδες» στις διάφορες στιγμές της δραστηριότητάς τους, η εργασία της υπαίθρου αποκτά μια δωρική επιβλητικότητα. Οι αγρότες δεν είναι απλοί εργάτες, αλλά οι στυλοβάτες της ελληνικής επαρχίας. Ο Τάσσος μετατρέπει τον κάματο σε τέχνη υψηλής αισθητικής αξίας, μάλιστα καθιστώντας την εργαζόμενη γυναίκα σύμβολο αντοχής και αξιοπρέπειας.Η κορυφαία Ελληνίδα χαράκτρια, με τη γνωστή τεχνοτροπία και τις ψιλόλιγνες φιγούρες δημιούργησε έργα όπως «Το χρέος της Αντιγόνης» ή το γλυπτό «η Κατακόρυφος», που παραπέμπουν άμεσα στους λαϊκούς αγώνες κι εξεγέρσεις. Οι αλληγορικές συνθέσεις της, μέσα από τη μεγάλη αντίθεση του μαύρου και του λευκού ή τα γλυπτά της στον σκοτεινό και τραχύ ψαμμίτη, αντανακλούν την τραχύτητα της ζωής του εργάτη και ταυτόχρονα δημιουργούν μία δραματική ένταση, που που παραπέμπει άμεσα στα γεγονότα του Μαΐου του ’36.Οι χτίστες, που στο χαρακτικό του Σεμερτζίδη εικονίζονται να φτιάχνουν λάσπη και να γεμίζουν τους τενεκέδες για το χτίσιμο μιας οικοδομής ήταν σύνηθες θέμα της μεταπολεμικής περιόδου, αρχικά στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης της κατεστραμμένης από τον Πόλεμο χώρας και στη συνέχεια μέσα στην άνθηση της αντιπαροχής που ήρθε να καλύψει το έντονο ρεύμα αστυφιλίας. Οι μορφές αποδίδονται με τον αδρό, ρεαλιστικό ύφος του καλλιτέχνη που ρέπει προς τον εξπρεσιονισμό. Με ήπια σχηματοποίηση, με έμφαση στα σκληρά περιγράμματα και με διάθεση μνημειοποίησης του εργάτη (οι δύο μορφές καταλαμβάνουν το σύνολο σχεδόν της ζωγραφικής επιφάνειας αποκτώντας ηρωικές διαστάσεις) ο ζωγράφος δίνει μια απλή αλλά εντυπωσιακή εικόνα-ύμνο της εργασίας, χωρίς εξιδανικεύσεις, λυρισμό ή ωραιοποίηση.Ο μεγάλος γλύπτης Χρήστος Καπράλος, με τη βαθιά του γνώση για το υλικό και την παράδοση, μας έχει δώσει έργα συνταρακτικά για την ανθρώπινη μορφή και την πλαστικότητά της. Με την «Πλύστρα» του όμως (1970, Μπρούντζος), μας προσφέρει άλλη μία διάσταση στην απεικόνιση του γυναικείου σώματος, που παρουσιάζεται σε μία από τις λιγότερο αισθησιακές αναπαραστάσεις του, στη διάρκεια της ελάχιστα αναγνωρισμένης χειρωνακτικής εργασίας. Στην «Πλύστρα», η μορφή είναι σκυμμένη, σχεδόν ενσωματωμένη στη σκάφη και το υλικό, ο μαύρος μπρούντζος, με την ανταύγεια και το βάρος του, τονίζει τη σωματικότητα της προσπάθειας. Ανυψώνοντας συμβολικά τη μορφή της γυναίκας που κοπιάζει, ο Καπράλος απαλείφει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, η γυναίκα αποκτά οικουμενική σημασία και σε αυτήν βλέπουμε την κίνηση, την επανάληψη, την κούραση και κυρίως την αθέατη εργασία, την οικιακή ή τη μισθωτή υπηρεσία, που συχνά έμενε στο περιθώριο των μεγάλων πολιτικών αφηγήσεων, αλλά αποτελούσε τη βάση της επιβίωσης για χιλιάδες οικογένειες.Δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για την εργασία στην τέχνη χωρίς τον Βλάση Κανιάρη. Η σειρά του για τους Gastarbeiter (φιλοξενούμενους εργάτες) στη Γερμανία τη δεκαετία του ’70 αποτελεί την απόλυτη εικαστική μαρτυρία της κοινωνικής διάστασης και του δράματος της μετανάστευσης για χιλιάδες ανθρώπους, που αναζητούσαν ένα καλλίτερο μέλλον στην ξενητιά.Ο Σικελιώτης, με το χαρακτηριστικό ανθρωποκεντρικό του ιδίωμα και την εμμονή του στην έκφραση της λαϊκής ζωής και περιβάλλοντος, δεν μπορούσε να μην αποτυπώσει τον κόσμο της εργασίας. Οι παλλόμενες μορφές του και τα έντονα χρώματα, η σχηματοποίηση στο σχέδιό του και σε μεγάλο βαθμό η παραμόρφωση, που γενικεύοντας αφαιρετικά το ατομικό χαρακτηριστικό σε μαζική κίνηση, προσδίδει μία τραγικότητα και μία δραματικότητα, όπου η εργασία αποκτά πανανθρώπινη σημασία της κι η αποτύπωση της ως μέγιστη πράξη αντίστασης.Μπορεί ο Γαΐτης με τις πανομοιότυπες φιγούρες του να θεωρείται ως ο κατεξοχήν κριτικός στη μαζικοποίηση και την αλλοτρίωση του σύγχρονου παραγωγικού συστήματος και της κοινωνικής αναπαράστασής του καλλιτέχνης, όμως ο ίδιος συχνά επιστράτευσε τα εμβληματικά «Ανθρωπάκια» του για να συμβολίσει και τις αγανακτισμένες μάζες που αγωνίζονται και διεκδικούν.Εάν ο Διαμαντόπουλος ή ο Σεμερτζίδης υμνούν την ηρωϊκή και δυναμική διάσταση της εργατιάς, ο Χρόνης Μπότσογλου, εκπρόσωπος του κριτικού ρεαλισμού, εστιάζει στο έργο του «Εργατικό ατύχημα» (1976) το κόστος της σε ανθρώπινες ζωές. Δεν αποτυπώνει τον ηρωισμό της δουλειάς, αλλά την οδύνη του θανάτου πάνω στη δουλειά. Η «βινιετίστικη» απόδοση του θέματος, με το σώμα του εργάτη στο κέντρο, να πλαισιώνεται από την σταδιακή μετάβαση από την έκπληξη, στην αγανάκτηση και τον θρήνο, προσθέτει μία συναισθηματική φόρτιση και ταύτιση στη σοκαριστική αλήθεια μίας πραγματικότητας, που η τέχνη δεν έχει υποχρέωση να εξωραΐσει, αλλά να αναπαραστήσει σε όλη της τη διάσταση, ακόμη και μακάβρια. Ο Μπότσογλου χρησιμοποιεί την τέμπερα για να αποδώσει μια σχεδόν «ξερή» και άμεση αίσθηση του γεγονότος. Το «ατύχημα» δεν παρουσιάζεται ως μια κακή στιγμή, αλλά ως το αποτέλεσμα της έλλειψης μέτρων προστασίας και της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής στον βωμό του κέρδους. Είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας που συνδέεται άμεσα με το πνεύμα της Πρωτομαγιάς ως ημέρας μνήμης για τους πεσόντες της εργασίας.[email protected]
Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ και πληκτρολογώντας naftemporiki.gr στο σχετικό πλαίσιο.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.naftemporiki.gr/culture/arts/2105143/i-ergatiki-protomagia-stin-elliniki-techni-apo-tin-ideologia-stin-anthropini-morfi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=i-ergatiki-protomagia-stin-elliniki-techni-apo-tin-ideologia-stin-anthropini-morfi ανήκει στο Εικαστικά – Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .