Skip to content

Στο μνημειώδες έργο του «Ανατολικά της Εδέμ», ο Τζον Στάινμπεκ δεν αναπλάθει μόνο τη βιβλική σύγκρουση του Καΐν και του Άβελ στο σκηνικό της κοιλάδας Σαλίνας βυθίζεται στην ανθρώπινη ψυχή για να περιγράψει το πιο βίαιο πέρασμα: την απώλεια της πίστης στους «θεούς» της παιδικής μας ηλικίας.

Στο έργο παρακολουθούμε τον μικρό Άνταμ να βιώνει την απόλυτη απομάγευση. Ο πατέρας, από σύμβολο αλάθητης ισχύος, απογυμνώνεται και αποκαλύπτεται ως ένας «ασήμαντος ανθρωπάκος». Είναι η στιγμή που ο κόσμος παύει να είναι ασφαλής και γίνεται χαοτικός, αλλά ταυτόχρονα είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει την αλήθεια. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένας ύμνος στην πνευματική αφύπνιση, όσο επώδυνη κι αν είναι αυτή.

Τζον Στάινμπεκ, «Ανατολικά της Εδέμ» Πρώτη δημοσίευση το 1952, μετάφραση Κοσμά Πολίτη.

«OΤΑΝ, ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ένα παιδί βλέπει τους μεγάλους όπως είναι πραγματικά – όταν, για πρώτη φορά μπαίνει μες στο σοβαρό κεφαλάκι του η ιδέα πως οι μεγάλοι δεν έχουν καμιά θεϊκή νοημοσύνη, πως η κρίση τους δεν είναι πάντα σωστή, η σκέψη τους όχι πάντα ορθή, τα λόγια τους όχι πάντα αληθινά – ο κόσμος του σωριάζεται σ’ ένα χάος τρομαχτικό.

Τα είδωλα γκρεμίζονται κι η ασφάλεια πάει καλιά της. Κι ένα είναι βέβαιο σχετικά με το γκρέμισμα των θεών: δε γκρεμίζονται λιγάκι – τσακίζονται και γίνονται θρύψαλα ή βουλιάζουνε βαθιά μες στο βούρκο. Είναι ανιαρή δουλειά να τους ξαναστήσεις• δε λαμποκοπάνε όπως πρωτύτερα.

Ο πατέρας του Άνταμ είχε την πεποίθηση πως ο άντρας πρέπει να μαθαίνει την τέχνη του πολέμου στις τάξεις του στρατού, από απλός φαντάρος, όπως είχε κάνει κι αυτός – όχι από χάρτες ή βιβλία. Έμαθε στον Άνταμ και στον αδερφό του το χειρισμό των όπλων με το που πρωτοπερπάτησαν.

Όταν μπήκανε στο δημοτικό, η αυστηρή πειθαρχία ήταν κιόλας για τα δυο παιδιά κάτι φυσικό σαν την ανάσα, και μισητό σαν την κόλαση. Τα ‘βαζε να κάνουν γυμνάσια χτυπώντας το ρυθμό μ’ ένα μπαστούνι πάνω στο ξυλοπόδαρό του.

Τα ‘βαζε να κάνουν πορείες, ολόκληρα μίλια, φορτωμένα μ’ ένα σακίδιο γεμάτο πέτρες, για ν’ αποκτήσουν γερούς ώμους. Τα εξασκούσε αδιάκοπα στη σκοποβολή, μες στο δασάκι που ήταν πίσω από το σπίτι.

Ο Άνταμ κατάλαβε τί ήταν ο πατέρας του. Όχι πως άλλαξε ο πατέρας του – είχαν ανοίξει τα μάτια του Άνταμ. Πάντα του σιχαινότανε την πειθαρχία, όπως τη σιχαίνεται κάθε φυσιολογικό ζώο, αλλά ήταν μια πραγματικότητα και κάτι το αναπόφευκτο, όπως η ιλαρά, που δεν μπορείς να το αρνηθείς ή να το στείλεις στ’ ανάθεμα, αλλά μονάχα να το σιχαθείς. Και τότε – αυτό έγινε πολύ γρήγορα, σχεδόν μια αστραπή μες στο μυαλό – ο Άνταμ κατάλαβε πως γι’ αυτόν τουλάχιστον, το σύστημα του πατέρα του δεν είχε καμία σχέση με τίποτ’ άλλο στον κόσμο, εκτός με τον ίδιο τον πατέρα του.

Την ανατροφή που έδινε στα δύο αγόρια δεν την είχε επινοήσει γι’ αυτά, αλλά μονάχα για να αναδείξει τον εαυτό του σπουδαίο. Κι η ίδια αστραπή μες στο μυαλό του Άνταμ του φανέρωσε πως ο πατέρας του δεν ήταν σπουδαίος – πως ήταν στην πραγματικότητα ένας ασήμαντος ανθρωπάκος με πολύ δυνατή θέληση, που φόραγε ένα πελώριο πηλήκιο.»

Μετά τα 40 δεν γίνεσαι κακός, γίνεσαι απλώς ειλικρινής και ο Σοπενχάουερ το γνώριζε καλά

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.lavart.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B4%CE%AD%CE%BC-%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%B7-%CF%86%CE%BF%CF%81/ ανήκει στο Λογοτεχνία – Ποίηση – Lavart .