Λαίμαργη γαστέρα στον καναπέ με τη λίγδα
Θανάσης Βασιλείου
Το γεγονός αυτό, πέραν του ότι προσβάλλει οριζοντίως το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, πάσχει σε ηθικό/αξιακό, θεσμικό/λειτουργικό και επιστημονικό/οικονομικό επίπεδο. Δεν είναι απλώς μια ενδεχομένη παρατυπία των αρμόδιων ελεγκτικών υπηρεσιών, που αφήνει γυμνή, στ’ απόνερα του ΟΠΕΚΕΠΕ, την εαρινή σύναξη των «φυλάκων της αριστείας». Είναι ένα καθαρά πολιτικό θέμα που εκθέτει τους εμπνευστές του. Επιβραβεύει την αναξιοκρατία και τον ημετερισμό, επικυρώνει θεσμικά την απαξίωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των μεταπτυχιακών τίτλων, είναι πλήρως ασύμβατη με κάθε σύγχρονη οικονομική και επιστημονική θεωρία ανάπτυξης/μεγέθυνσης, ευημερίας και κοινωνικής προόδου μιας χώρας. Τέλος, το γεγονός αυτό έχει τεράστιο κόστος για τη χώρα, γιατί λειτουργεί ως φραγμός για κάθε είδους κοινωνική κινητικότητα.
Γιατί άραγε -με βάση τα πρόσφατα ευρήματα έρευνας της Metron Analysis- η έξοδος επιστημόνων από τη χώρα (brain drain) υπερτερεί της επιστροφής τους στη χώρα (brain gain); Γιατί το 70% των νέων επιστημόνων δεν βλέπει μέλλον στην Ελλάδα; Γιατί το 60% -συγκριτικά με την Ευρώπη- θεωρεί πολύ χαμηλές τις αμοιβές του; Διότι το απλό και λογικό οικονομικό υπόδειγμα του χρόνου των πραγματικών σπουδών και της συσχέτισής τους με τις αποδοχές στην εργασία, σε αυτή την Ελλάδα, έχει χαμηλό αντίκρισμα. Γιατί το 76% των νέων επιστημόνων δηλώνει ότι τα πράγματα κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση; Διότι βλέπουν τα εύλογα όνειρά τους και τις προσπάθειές τους να πηγαίνουν στράφι. Διότι όλοι όσοι πρέπει να μιλήσουν και να εξηγήσουν τι συμβαίνει σιωπούν. Και το κερασάκι: διότι μερικοί, απλά, «είναι ωραίοι».
Ας σημειώσουμε και ένα τελευταίο. Είναι εύκολο το πλιάτσικο να μετονομάζεται σε αστοχία και ακόμα ευκολότερη η μετάθεση του προβλήματος στα χαμηλά κοινωνικά επίπεδα. Αλλά υπάρχει ένα όριο. Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ο αρχηγός της και το σύστημά του. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή κανένας από τους δελφίνους της λεγόμενης μετα-Μητσοτάκη εποχής στη Ν.Δ. δεν αμφισβητεί τον αρχηγό και πρωθυπουργό. Αντίθετα, και παρά τις μεταξύ τους σαφείς διαφοροποιήσεις, όλοι στηρίζουν τον πρωθυπουργό, άλλοτε με σιωπή, άλλοτε με μισόλογα και άλλοτε ανοιχτά. Μοιάζουν λίγο με τα νεαρά καλαμάρια που περιπλανώνται στη θάλασσα ψάχνοντας τον κατάλληλο βράχο για να τον κάνουν σπίτι τους και όταν τον βρίσκουν, τρώνε τον εγκέφαλό τους γιατί δεν τον χρειάζονται άλλο.
Βέβαια, η σιωπή στην πολιτική είναι πολλές φορές πιο εκκωφαντική από τη δημόσια τοποθέτηση· τα μισόλογα δεν πείθουν κανένα ακροατήριο· και, τέλος, η ανοιχτή στήριξη δείχνει φόβο, προσωπικό υπολογισμό, αντί για πολιτικό ανάστημα. Πάντως, η μεγάλη εικόνα απέχει από το πολιτικό πρόταγμα ότι τα κόμματα μπορούν και πρέπει να αλλάζουν: να προτάσσουν το κοινωνικό έναντι του κομματικού, να αλλάζουν πολιτικές, να αφουγκράζονται, να προσαρμόζονται στο εθνικό και το διεθνές τοπίο, να δίνουν λύσεις σε υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα κ.ο.κ. Ομως, τι συμβαίνει; Ξαναδείτε τον τίτλο.
ΠΗΓΗ


