«Η Κατάρρευση», βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, παρουσιάζεται στη σκηνή του Rabbithole, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιώργου Σίμωνα [Γερμανικού 20, Μεταξουργείο].«Δύο πράγματα. Πρώτον, ο ίδιος ο τίτλος· δηλαδή, το πώς ένας άνθρωπος καταρρέει σιγά-σιγά, σβήνει, τι τον ωθεί, τι τον ρουφάει, τι δεν βρίσκει για να κρατηθεί, τα κύματα με τα οποία παλεύει, πότε εγκαταλείπει, πότε παραιτείται, οι διακυμάνσεις της πίστης του, οι κωμικές στιγμές του καθώς και ο τρόπος που του συμβαίνουν όλα αυτά. Δεύτερον, η εξαιρετική και τρομερά ανάγλυφη διασκευή και δραματουργία του Γιώργου Σίμωνα που του έδωσε σχήμα και όγκο, ατμόσφαιρα και κόσμο και το μόνο που σου άφηνε ήταν να βάλεις το χρώμα, τη θερμοκρασία και να το κάνεις τρισδιάστατο».«Πιστεύω ότι στη ζωή όλοι μας έχουμε βρεθεί σε στιγμές ψυχολογικής ή πνευματικής πτώσης, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο και ως έναν βαθμό. Όλοι μας έχουμε υπάρξει και νιώσει εύθραυστοι και ευάλωτοι, είτε σε μεγάλες απώλειες, είτε σε μεγάλες αποτυχίες. Η διαχείριση ποικίλει. Το πόσο θα επιτρέψουμε στο συναίσθημα να μας κυριεύσει ολοκληρωτικά ή θα το μπλοκάρουμε τεχνηέντως, είναι απόρροια πολλών παραγόντων. Το πώς μεταβολίζει ο καθένας μας τα μεγάλα συναισθήματα στη ζωή είναι προσωπικό, μοναδικό ίσως θα έλεγα, και εξαρτάται από πολλά. Εγώ προσωπικά δανείστηκα από τη δική μου προσωπική βιβλιοθήκη ζωής, στιγμές που ένιωσα σαν ένα ράγισμα μέσα μου, όπως λέει και ο ήρωάς μας σε μία από τις φράσεις του. Αν υποθέσουμε ότι είμαστε στη θάλασσα, πλατσουρίζουμε και, που και που, κάνουμε και ένα μακροβούτι· στη ζωή του ήρωα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, είναι μονίμως σε ένα μακροβούτι και πού και πού βγαίνει να πάρει μισή ανάσα».«Καθόλου. Για τον απλούστατο λόγο, ότι ο χαρακτήρας, άρα και ο ηθοποιός, δεν το βιώνει έτσι. Όλα είναι ένα ενωμένο, συμπαγές και ανατροφοδοτούμενο σύμπαν. Το ένα είναι συνέχεια του άλλου και τούμπαλιν. Δεν αντιμετωπίζει δύο διαφορετικές καταστάσεις· για αυτόν, είναι σαν μια πορεία ενός σέρφερ στη θάλασσα, που καλείται απλώς να ισορροπήσει πάνω στα κύματα. Κάποιο μπορεί να τον ρίχνει με μανία και κάποιο άλλο να τον προσγειώνει με ευγένεια στο επόμενο».«Οι κωμικές στιγμές του ήρωα και του έργου εν γένει. Οι τραγικές καταστάσεις, που βιώνει ένας άνθρωπος σε απόγνωση, ακροβατούν πολλές φορές ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία».«Φαντάζομαι ότι είναι τόσο επίκαιρο όσο και διαχρονικό, με την έννοια ότι πάντα ο άνθρωπος θα αγωνιά και θα κοντοστέκεται μπροστά στην αποτυχία και υπό τον φόβο αυτής. Κατά τον ίδιο τρόπο, πάντα θα νοσταλγεί και θα ανατρέχει σε στιγμές σημαντικότητας και σπουδαιότητας, αν και εφόσον έχουν υπάρξει στη ζωή του. Λίγο η -ανθρώπινη, κατά τα άλλα- ματαιοδοξία μας, λίγο η νομοτελειακή συστολή μας απέναντι σε αυτό που δεν γνωρίζουμε, μας φέρνουν σε μια κοινή αφετηρία, ανθρωποκεντρική, σε έναν ατέρμονο αγώνα χωρίς νικητή».«Αναμφισβήτητα· για τον λόγο τού ότι και τα δύο αυτά δεν αποτελούν ούτε πραγματική ούτε ουσιαστική ανάγκη, παρά μια στρεβλή και σαθρή πεποίθηση απέναντι στην έννοια της ευδαιμονίας και της πληρότητας. Με λίγα λόγια, δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποτελούν αυτοσκοπό αυτές οι έννοιες, παρά μόνο απόρροια σε κάτι που κανείς κάνει βρίσκοντας νόημα και χαρά».«Πάρα πολύ· ενώ δεν θα ήθελα, για να είμαι ειλικρινής. Η δουλειά μας είναι συνυφασμένη με την έκθεση, την κριτική, τα σχόλια, την αναγνώριση, την ανάγκη για επιτυχία, για επιβεβαίωση· και μπορεί με την ίδια ευκολία που θα σε εκτοξεύσει να σε καταβαραθρώσει. Δυστυχώς, έχει καταστεί πολύ δύσκολο στους καιρούς μας να παραμείνεις ρομαντικός ζώντας από αυτή τη δουλειά και κάνοντας μόνο πράγματα που σου αρέσουν και σε αφορούν. Και μετά, πρέπει να αρέσουν και να αφορούν και τον θεατή για να πάει καλά. Πολλά τα πρέπει. Άρα σε απασχολούν πράγματα που ιδανικά δεν θα έπρεπε. Ο αθλητής μπαίνει μέσα στο γήπεδο και παίζει τον αγώνα, δίνοντας τον καλύτερό του εαυτό, άσχετα πού βρίσκεται στην κατάταξη και ασχέτως αν έχει έναν θεατή ή 100.000».«Την ελαφρότητα που μπορεί και πρέπει να έχει η ζωή. Το ότι είναι όντως μικρή και καλό θα είναι να την ζούμε –όσο μπορούμε- σαν να μην υπάρχει αύριο!»Διασκευή – σκηνοθεσία – σκηνογραφία: Γιώργος Σίμωνας Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα Φροντιστήριο: Ηώς Αντωνοπούλου Μουσική: Τώνια Ράλλη Φωτισμοί – Video: Γιώργος Βλαχονικολός Προβολές – Video mapping: Ελεάννα Γιασεμή, Παναγιώτης Λαμπής Τίτλοι Video: Παναγιώτης Λαμπής Ειδικά εφέ: Αλέξανδρος Λόγγος Graphic Design: Ηλίας Πανταλέων Φωτογραφία: Μαρία Τούλτσα Δάσκαλος Γεωργιανών: Λουκάς Τριανταφυλλίδης Βοηθός σκηνοθέτη: Όλγα Ζιάζιαρη Βοηθός ενδυματολόγου & αντικειμένων: Γιάννης Τσούχλος Κατασκευή σκηνικού: Sickmyduck.lab Φωτιστικές κατασκευές: Γιώργος Βλαχονικολός, Γιώργος Ιεραπετρίτης Ηχογραφήσεις – Sound Design: Socos Χειρισμός φωτισμού – ήχου – προβολών: Ελεάννα Γιασεμή, Γιώργος Βλαχονικολός Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη Social Media: Χρύσα Παριανού Οργάνωση παραγωγής: Ιωάννα Μακαβέι