Όταν ο Υπεράνθρωπος κέρασε κρασί το Έντομο: Ο Νίτσε, ο Κάφκα και η ανατομία της μοναξιάς.
Ας φανταστούμε ένα καπνισμένο, ημιφωτισμένο καπηλειό κάπου στην Κεντρική Ευρώπη. Στο βάθος, δύο άντρες κάθονται απέναντι, με ένα μπουκάλι βαρύ, κόκκινο κρασί ανάμεσά τους. Από τη μία, ο Φρίντριχ Νίτσε, με το βλέμμα να φλέγεται από την ορμή της ζωής, με το στήθος προτεταμένο. Από την άλλη, ο Φραντς Κάφκα, με τους ώμους κυρτούς, τα δάχτυλα νευρικά πλεγμένα, σχεδόν να απολογείται που καταλαμβάνει χώρο.
Και οι δύο υπήρξαν απόστολοι της μοναξιάς. Όμως, αν έπιναν μαζί αυτό το κρασί, το πρώτο πράγμα που θα φώτιζε η συζήτησή τους θα ήταν η αγεφύρωτη άβυσσος ανάμεσα στα είδη της απομόνωσής τους.
Η μοναξιά του Κάφκα ήταν μια φυλακή φτιαγμένη από την ίδια του την ανεπάρκεια. Ο συγγραφέας της «Δίκης» ήταν αντικοινωνικός από θέση αδυναμίας του έλειπαν οι βασικές κοινωνικές δεξιότητες για να συνδεθεί με τους ανθρώπους, έτρεμε την απόρριψη του πατέρα του, έτρεμε τις γυναίκες, έτρεμε την ίδια τη ζωή. Συρρικνωνόταν διαρκώς. Αντίθετα, ο Νίτσε υπήρξε αντικοινωνικός από θέση ισχύος. Είχε και την ευγλωττία και το χάρισμα να γοητεύσει τα πλήθη, αλλά επέλεξε συνειδητά να αποτραβηχτεί στις βουνοκορφές. Απέρριψε την αγέλη επειδή την περιφρονούσε, h μοναξιά του δεν ήταν έλλειψη, αλλά πλεόνασμα.
Πώς θα μιλούσε, λοιπόν, ο προφήτης της Δύναμης στον προφήτη της Ενοχής;
Ο διάλογος: Η θέληση για δύναμη απέναντι στη γραφειοκρατία του τρόμου
Ο Νίτσε θα γέμιζε το ποτήρι του Κάφκα, θα τον κοιτούσε στα μάτια και, με εκείνη την αμείλικτη, διονυσιακή του ειλικρίνεια, θα έσπαγε τη σιωπή:
«Φραντς, πίνεις το κρασί σου σαν να ζητάς συγγνώμη από το αμπέλι. Διαβάζω τα γραπτά σου. Βλέπω την ιδιοφυΐα σου, αλλά νιώθω να πνίγομαι από τη μυρωδιά του θύματος. Έγραψες μια ολόκληρη Μεταμόρφωση για έναν άνθρωπο που ξύπνησε κατσαρίδα. Γιατί; Επειδή κατά βάθος αυτό επιθυμούσες! Το έντομο δεν έχει ευθύνες. Δεν χρειάζεται να πολεμήσει. Το έντομο απλώς περιμένει να το πατήσουν. Αρρώστησες τον εαυτό σου από τον φόβο του Νόμου και του Πατέρα. Αντί να σκοτώσεις τον πατέρα σου – συμβολικά, όπως οφείλει να κάνει κάθε ελεύθερο πνεύμα – τον άφησες να γίνει το Δικαστήριό σου. Η αντικοινωνικότητά σου δεν είναι αριστοκρατική, Φραντς. Είναι μια νεύρωση. Κρύβεσαι από τους ανθρώπους γιατί δεν ξέρεις πώς να σταθείς απέναντί τους, ενώ θα έπρεπε να κρύβεσαι μόνο όταν δεν έχουν τίποτα άλλο να σου προσφέρουν. Πού είναι η θέλησή σου για Δύναμη; Πού είναι ο δικός σου Υπεράνθρωπος; Γιατί προτιμάς να είσαι ο κατηγορούμενος σε μια δίκη της οποίας το κατηγορητήριο γράφεις ο ίδιος;»
Ο Κάφκα, με εκείνο το μελαγχολικό, αυτοσαρκαστικό μειδίαμα που τον διέκρινε, ίσως έπαιρνε μια μικρή γουλιά κρασί, κατεβάζοντας το βλέμμα. Δεν θα θύμωνε. Άλλωστε, τα είχε πει ήδη ο ίδιος: “Είμαι ένα κλουβί που ψάχνει ένα πουλί”. Ο Κάφκα θα του απαντούσε ψιθυριστά:
«Έχεις δίκιο, Φρίντριχ. Εσύ ανέβηκες στο βουνό για να αναπνεύσεις, κι εγώ κλείστηκα στο υπόγειο για να μην με δουν. Όμως, η δική σου θέληση για Δύναμη είναι βαριά. Ο κόσμος δεν αντέχει να γίνει Θεός του εαυτού του. Η ενοχή είναι πιο ζεστή… σε αγκαλιάζει. Στους λαβυρίνθους της δικής μου αδυναμίας, είδα τον σύγχρονο άνθρωπο πολύ πιο καθαρά από ό,τι εσύ από τις κορυφές σου. Εσύ είδες αυτό που θα μπορούσαμε να γίνουμε. Εγώ κατέγραψα αυτό ακριβώς που είμαστε: Τρομαγμένοι υπάλληλοι που περιμένουν μια τιμωρία.»
Σε αυτή τη φανταστική, ετεροβαρή σύγκρουση, καθρεφτίζεται ολόκληρος ο ανθρώπινος ψυχισμός του 20ού και του 21ου αιώνα. Όλοι μας ταλαντευόμαστε ανάμεσα σε αυτές τις δύο καρέκλες. Υπάρχουν μέρες που νιώθουμε πως έχουμε την αυτεξουσιότητα και τη φλόγα του Νίτσε, ικανοί να διαλύσουμε τις συμβάσεις από επιλογή. Και υπάρχουν νύχτες που, εγκλωβισμένοι στις ανασφάλειες, στα άγχη και στις “γραφειοκρατίες” της σύγχρονης ζωής, νιώθουμε ακριβώς όπως ο Κάφκα: παραλυμένοι από κοινωνική αδεξιότητα, με την κοινωνία να μοιάζει όχι με πεδίο δόξης, αλλά με ένα ακατανόητο, εχθρικό δικαστήριο.
Νίτσε: «Μου αρέσει αυτός που σπαταλάει την ψυχή του, που…»


