Η μυστηριώδης εξαφάνιση μιας οικογένειας τουριστών σ’ ένα νησί κορυφώνεται με την εμφάνιση ενός πτώματος ανδρός αγνώστου ταυτότητας που ξεβράζει η θάλασσα σε μια παραλία. Τοπικός αστυνομικός ντετέκτιβ θα ζητήσει τη βοήθεια συναδέλφου του που αποσύρθηκε από την Υπηρεσία μετά από αποτυχημένη επιχείρηση εξάρθρωσης σπείρας σωματεμπορίας στην Αθήνα, η οποία κόστισε τις ζωές της γυναίκας και του παιδιού τους.
«Τίποτα δεν μένει στο σκοτάδι για πάντα», λέει το tagline της ταινίας. Δυστυχώς, είναι αλήθεια. Διότι «Το Μυστικό του Δάσους», έργο που έπρεπε να… μείνει στο σκοτάδι για πάντα, συναντά αυτή την εβδομάδα το «σκοτάδι» της κινηματογραφικής αίθουσας. Και τέτοιο κακό δεν μας άξιζε, ειλικρινά!
Προφανώς και δεν είναι κάθε μέρα της… «Τελευταίας Κλήσης» για το ελληνικό σινεμά και το είδος του αστυνομικού θρίλερ. Ότι θα έφτανε, όμως, η μέρα που θα δούμε κάτι χειρότερο κι από το «Saison Morte» (2023) δεν το περίμενα! Σεναριακά στερεότυπα εγκληματικότητας, ανδρικής φιλίας, δραματικού παρελθόντος και φυγής από την κανονικότητα της ζωής, ώσπου να επέλθει η «κάθαρση» μέσω μιας εξιχνίασης υπόθεσης που θα εμπεριέχει εκδίκηση, είναι τα συστατικά τούτου του «Μυστικού» αδιανόητης προχειράντζας και άγνοιας στοιχειωδών καλλιτεχνικών κανόνων σε κάθε τομέα της παραγωγής.
Δυσκολεύομαι να κατανοήσω γιατί ο Στέλιος Ορφανίδης έχει εδώ credit σκηνοθέτη, σεναριογράφου, διευθυντή φωτογραφίας και μοντέρ, δίπλα στον έτερο «πολυπράγμονα» Μάκη Τσούφη (σκηνοθεσία και σενάριο μονάχα, λιγότερο ένοχος, δηλαδή…), οι οποίοι παραδίδουν ένα επικό φιλμικό παράδειγμα κακοτεχνίας, σε επίπεδο που σοκάρει. Ο συνδυασμός πλανοθεσίας τύπου «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει» με τον χειρισμό του μοντάζ σε επίπεδο… «μόλις διάβασα το manual κι έμαθα τι κουμπιά να πατάω», προκαλούν ένα διαβολεμένα ερασιτεχνικό αποτέλεσμα που αρνείσαι να πιστέψεις πως είδαν άνθρωποι και αποφάσισαν να διανέμουν τέτοιο φιλμ στα σινεμά!
Η σκηνοθετική καθοδήγηση των ηθοποιών δεν πάει πίσω, με αποθεωτική την περίπτωση του αρχιμαφιόζου Χρήστου Κάλοου (που περιορίζεται σε μία «δραματική» βραχνάδα στον λόγο του) και διόλου αμελητέα την περιορισμένη σε χρόνο (ευτυχώς) εμφάνιση του Αλέξανδρου Ρήγα ως διεφθαρμένου αρχηγού της Αστυνομίας στο νησί (γέλια στο βάθος). Η αποκάλυψη της βασικής εγκληματικής «υποπλοκής» σε τραβάει από τα μαλλιά, ενώ έχει προηγηθεί μία ανελέητη σε διάρκεια σεκάνς εισβολής στην πολυώροφη (και απείρου κάλλους) έπαυλη του κακού ήρωα, στην οποία οι δύο παλιόφιλοι προστάτες του Νόμου πυροβολούν και πετυχαίνουν ολόκληρη στρατιά παρανόμων και μπράβων, με τους ίδιους να βγαίνουν αλώβητοι (αλίμονο!).
Το «Μυστικό του Δάσους» αποτελεί προϊόν που ούτε καν στην τηλεόραση δεν θα μπορούσε να επιζήσει και δεν τιμά καθόλου το φιλμικό είδος στο οποίο ανήκει. Και δεν μιλάμε για φάση b-movie-άς (φαίνεται πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός), αλλά απλά για κάτι πραγματικά άτεχνο και αφελές ως κατασκευή. Εγώ, τουλάχιστον, ντρεπόμουν καθώς το έβλεπα.


