Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Φως στις σελίδες της Ιστορίας μας


© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

«Το βιβλίο του Νίκου Γερακάρη είναι το αποτέλεσμα ιστορικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε με τη συνέπεια και τη σχολαστικότητα επιστημονικής εργασίας, αλλά με δημοσιογραφικό ένστικτο και με δημοσιογραφική γραφή…», με τα λόγια αυτά, ξεκινά τον Πρόλογο της έκδοσης ο Επίτιμος Πρόεδρος του ΣτΕ Κώστας Μενουδάκος
Νίκος Γερακάρης· μια εμβληματική προσωπικότητα της μάχιμης ελληνικής δημοσιογραφίας, με πορεία που συνδέεται άρρηκτα με την καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας. Δείγμα της σημαντικής προσφοράς του, η παρούσα έκδοση.– Ήρθατε με το θέλημά σας. Όποιος το μετάνιωσε, να η θάλασσα· ας πέσει κι ας γυρίσει κολυμπώντας. Μούδιασαν όλοι. Ήτανε χασοφεγγαριά. Μονάχα τ’ άστρα λαμπύριζαν στον ουρανό. Το μελτέμι ξαναφρεσκάρισε κοντά στα μεσάνυχτα. Βρίσκονταν εφτά μονάχα μίλια από την τουρκική αρμάδα και βάλανε πλώρη καταπάνω της. Ήταν το τελευταίο βράδυ του Ραμαζανιού. Την παραμονή οι Τούρκοι ξενυχτάνε τρώγοντας και γλεντώντας. Όλα τα καράβια της αρμάδας φωταγωγήθηκαν. Πιο λαμπρά φωτισμένα ήταν η ναυαρχίδα και η υποναυαρχίδα. Πάνω στην πρώτη βρίσκονταν πιότεροι από 2.200 νοματαίοι, πολλοί από τους οποίους ήταν καλεσμένοι του Καπουντάν πασά. Αξιωματούχοι από τ’ ασκέρι της ξηράς, μπέηδες από το Τσεσμέ, τη Σμύρνη και άλλα μέρη της Ανατολής. Φόραγαν τα καλά τους καφτάνια και στα ζωνάρια τους άστραφταν οι στολισμένες με χρυσάφια και πολύτιμα πετράδια χατζάρες τους. Μουλάδες ανιστορούσαν θαύματα και παραμύθια. Όσο προχώραγε η καλοκαιριάτικη νύχτα δυνάμωνε ο αγέρας φέρνοντας στη ναυαρχίδα δροσιά μα και θάνατο. Στο μπουρλότο του Κανάρη ανάσαιναν 24 ψυχές και στο μπουρλότο του Πιπίνου 19. Γυμνοπόδαροι, άπλυτοι, μ’ ανάκατα τα μαλλιά τους κοιτάζανε πλησιάζοντας την αρμάδα που λαμπύριζε. Μια ζωή την είχανε και την παίζανε κορόνα-γράμματα για την πατρίδα. Ξαναμίλησαν Κανάρης και Πιπίνος. Συμφώνησαν να ρίξουν το μπουρλότο τους στη ναυαρχίδα ο πρώτος και στην υποναυαρχίδα ο δεύτερος. Άλλη κουβέντα δεν άλλαξαν. Ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Ο Κανάρης είπε στον εαυτό του τον μεγάλο λόγο: -Κωνσταντή θα πεθάνεις. Και προχώρησε ατάραχα δίνοντας εντολές [….] Είναι πια αγκαλιασμένοι με την τούρκικη ναυαρχίδα. Ένας από τους ναύτες σκαρφαλώνει και βάζει φωτιά στα δυο λούκια. Πετιούνται φλόγες. Η νύχτα γίνεται μέρα. […] Βεβαιώθηκαν πως κάψανε τη ναυαρχίδα. Ήτανε σαν να τους χάριζες ολόκληρο τον κόσμο. Μπήξανε τις νικητήριες κραυγές […] Η νύχτα γέμισε από τις χαρούμενες φωνές των ξυπόλυτων μπουρλοτιέρηδων, ενώ στη ναυαρχίδα ακούγονταν οι προσταγές του τρόμου των πασάδων. Ο Κανάρης κοίταξε το πύρινο κατόρθωμα που ’γραφε η λευτεριά όξω από το λιμάνι της Χίου. Απόμεινε βουβός για λίγη ώρα κι έπειτα είπε μόνο δυο λέξεις: -Τι φεγγοβολή!

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.naftemporiki.gr/culture/books/2089888/fos-stis-selides-tis-istorias-mas/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=fos-stis-selides-tis-istorias-mas ανήκει στο Βιβλίο – Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .