Είναι η σιωπή πιο φονικό όπλο από την κραυγή; Η απάντηση του Κάφκα θα σε σοκάρει.
Ξέχασε όσα ήξερες από την Οδύσσεια. Στον κόσμο του Φραντς Κάφκα, ο Οδυσσέας δεν σώθηκε επειδή ήταν γενναίος, αλλά επειδή ήταν… ευτυχισμένα αφελής (ή τρομακτικά πονηρός). Το σημερινό κείμενο αποδεικνύει πως μερικές φορές, για να επιβιώσεις από το απόλυτο κακό, δεν χρειάζεσαι υπερδυνάμεις, αλλά «παιδαριώδη μέσα»: λίγο κερί στα αυτιά και την ικανότητα να κοιτάς τον κίνδυνο και να μην τον βλέπεις καν.
Γιατί οι Σειρήνες δεν τραγούδησαν ποτέ;
Όλοι νομίζουμε ότι το όπλο των Σειρήνων ήταν το τραγούδι. Ο Κάφκα διαφωνεί και υποστηρίζει πως το πιο τρομερό τους όπλο ήταν η σιωπή. Γιατί; Διότι απέναντι στο τραγούδι μπορείς να αντισταθείς, απέναντι στη σιωπή όμως, ο άνθρωπος λυγίζει και η αίσθηση ότι νίκησες τον εχθρό σου με τις δικές σου δυνάμεις (ενώ αυτός απλώς σωπαίνει και σε κοιτάει) δημιουργεί τέτοια αλαζονεία, που τελικά σε καταστρέφει πιο σίγουρα από κάθε μελωδία.
Ο Οδυσσέας του Κάφκα σώθηκε επειδή πίστεψε ότι τραγουδούσαν. Είδε τα στόματά τους να ανοίγουν και νόμιζε ότι άκουγε άριες, ενώ εκείνες σώπαιναν. Η «αθώα χαρά» του για το κερί στα αυτιά του, λειτούργησε ως ασπίδα απέναντι στο απόλυτο κενό.
Εδώ είναι το σημείο που θα λατρέψουν όσοι ψάχνουν το κάτι παραπάνω:
Ο Κάφκα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ο Οδυσσέας να μην ήταν καθόλου αφελής. Να ήξερε ότι οι Σειρήνες σώπαιναν, αλλά να «έπαιξε θέατρο» μπροστά τους και μπροστά στους Θεούς, παριστάνοντας ότι τις ακούει.
Αν ισχύει αυτό, ο Οδυσσέας είναι μια «αλεπού» που ξεπέρασε σε πονηριά ακόμα και τη Μοίρα. Χρησιμοποίησε την προσποίηση ως «ασπίδα» για να περάσει από το πεδίο του θανάτου αλώβητος.
Το διονυσιακό «όχι» του Κούντερα στην αβάσταχτη ομορφιά: «Γιατί ‘σαι τόσο όμορφη;»
Η σιωπή των Σειρηνών – Φραντς Κάφκα (μτφρ. Τζένη Μαστοράκη – Νάσος Βαγενάς)
ΟΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα:
Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες — εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά— ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπέθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.
Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.
Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας· γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο — εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.
Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μακριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.
Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν — μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ.
Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως· απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε.
Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική – ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σώπαιναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς.
Ισαάκ Ασίμωφ: «Οι άνθρωποι που νομίζουν ότι γνωρίζουν τα πάντα είναι…»


