© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
«Αυτή την ερώτηση, νομίζω, θα την απαντούσαν καλύτερα ο Χρήστος με την Ηρώ, γιατί εκείνοι επέλεξαν το έργο. Αυτό που μπορώ να απαντήσω εγώ, είναι τι θεώρησα πως με ενδιαφέρει σε αυτό που διάβασα, αφού είχε γίνει η επιλογή· και, με απλά λόγια, θα έλεγα πως είναι η ερωτική συνάντηση. Δηλαδή, το πώς αφηγείται κανείς θεατρικά μια ερωτική ιστορία, τη συγκεκριμένη ερωτική ιστορία, την ιστορία που λέει πως δύο άνθρωποι συναντιούνται τυχαία στον σταθμό των τρένων, συμβαίνει να ερωτευθούν -κι αυτό γιατί και πώς συμβαίνει άραγε;- κι από τη στιγμή αυτή κι έπειτα ξεκινάει η φθορά, η πτώση, όταν τα αισθήματα αρχίζουν να εκφράζονται λεκτικά. Όταν οι εραστές αρχίζουν να ασχολούνται με το να εκφράσουν τον έρωτά τους και δεν κάνουν έρωτα, αρχίζει η κατηφόρα. Είναι σα να σου λέει πως ο έρωτας για να παραμείνει έρωτας δεν πρέπει να λέγεται, γιατί όταν λέγεται εξαφανίζεται, εκπίπτει· του πρέπει, απλώς, να συμβαίνει, του πρέπει να παραμένει πάντα άγνωστος, οικείος αλλά άγνωστος. Αυτό πώς το αφηγείται κανείς θεατρικά; Αυτό με ενδιαφέρει».«Το άχρονο και το αδιάστατο περιβάλλον έχει να κάνει περισσότερο με τη δραματουργική επεξεργασία του Χρήστου και της Ηρώς κι όχι τόσο με την υποκριτική της παράστασης. Έγινε μια προσπάθεια, να μεταφερθεί το έργο του Ανούιγ σε έναν τόπο περισσότερο καθολικό από έναν σιδηροδρομικό σταθμό της Γαλλίας κι ένα πανδοχείο στη Μασσαλία. Μην ξεχνάμε πως το κείμενο είναι γραμμένο το 1941 κι αποτελεί μέρος μιας σειράς έργων του Ανούιγ όπου μεταφέρει του μύθους και τους ήρωες της αρχαίας Ελλάδας σε αστικά περιβάλλοντα· τους εξανθρωπίζει σαν έκπτωτους ήρωες. Ε, σε αυτές τις μεταγραφές τού Ανούιγ, η Ηρώ κι ο Χρήστος, 85 χρόνια μετά, θεώρησαν -και σωστά- πως χρειάζεται ένα φρεσκάρισμα, γιατί τα πράγματα έχουν προχωρήσει ραγδαία. Η μεταφορά, λοιπόν, της ιστορίας σε άχρονο κι αδιάστατο περιβάλλον με αυτό έχει να κάνει, κι όχι με το σώμα και τη φωνή των ηθοποιών».«Κάτι που χρησιμοποιήθηκε σαν τρόπος για να αφηγηθούμε την κατάληψη αυτή που ρωτάτε, για τη στιγμή της συνάντησης του Ορφέα και της Ευρυδίκης μονάχα, είναι οι αναπνοές. Αυτό που φαντάζεται δηλαδή κανείς όταν λέει “τον είδα ή την είδα και μου κόπηκε η ανάσα”· κάτι τέτοιο δοκιμάζουμε να κάνουμε. Στην υπόλοιπη παράσταση θα έλεγα πως διαθέσαμε τα σώματά μας με τη Μαρία σ’ αυτή την παράλογη οικειότητα που έχουν τα σώματα δύο ερωτευμένων, που μια στιγμή πριν δεν έχουν ποτέ αγγιχτεί και μια στιγμή μετά δε σταματούν να χαϊδεύονται».«Δεν θα έλεγα πως υπήρχε κάτι που δε χωρούσε στη μηχανική. Αισθανόμουν κι εξακολουθώ να αισθάνομαι πιο άνετα και όμορφα δουλεύοντας στο θέατρο· αυτή είναι η βασική διαφορά. Το κάνω με μεγαλύτερη ευχαρίστηση, για να το πω κι έτσι. Οι σπουδές οι θετικές είναι συνυφασμένες με την κατασκευή και τη λειτουργικότητα των πραγμάτων· όμως, αυτό δεν απέχει πολύ από την κατασκευή μιας ιστορίας. Έχουν κι οι ιστορίες και οι δραματουργίες ζητήματα στατικότητας, λειτουργικότητας και μέγιστης απόδοσης, όπως ακριβώς και οι μηχανές. Και η επιστήμη και η τέχνη έχουν να κάνουν με την επεξεργασία των ερεθισμάτων των ανθρώπων -είτε αυτά είναι αισθητηριακά, είτε ψυχικά. Δεν τις αντιλαμβάνομαι καθόλου αντιθετικά. Ίσα-ίσα, χέρι-χέρι πηγαίνουν».«Το βραβείο δίνει μια ώθηση, μια φόρα. Είναι σα να σου επιβεβαιώνει κάποιος πως ως εκεί, κάτι πήγε καλά. Είναι μια αναγνώριση. Αλλά ως εκεί· από εκεί και πέρα δε σου διασφαλίζει κανείς τίποτα περαιτέρω. Μια από τις ιδιαιτερότητες και τις γοητείες αυτού του επαγγέλματος είναι πως είναι τόσο απύθμενο, που μοιάζει κάθε φορά να είναι σχεδόν πρώτη φορά· κι αντί να προσπαθεί κανείς να επιπλέει στην επιφάνειά του σαν κάποιος που λέμε καλός, αξίζει παραπάνω να προσπαθήσει να βυθιστεί μέσα σ’ αυτό, όσο περισσότερο μπορεί κι όσο αντέχει».
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Πολιτιστικά – Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .
