Το ερώτημα τίθεται με αφορμή την πολύ ενδιαφέρουσα ταινία «Sirât» (ο πάντα έγκυρος Γιάννης Ζουμπουλάκης τη βαθμολόγησε με 8,5), που είναι υποψήφια για δύο Οσκαρ
Οι Σέρζι Λόπες, Τζόσουα Λίαμ Χέρντερσον, Στεφάνια Γκάντα και Ρίτσαρντ Μπέλαμι στην ταινία «Sirat» (2025)
Ο Χουάν Εβαρίστο Βαλς, καθηγητής φιλοσοφίας του πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης και συγγραφέας του βιβλίου «Το δικαίωμα στα όμορφα πράγματα», είδε το Sirât και έχει ανάμεικτα συναισθήματα. Αυτό που τον ενόχλησε περισσότερο ήταν ο επικός και δραματικός, σχεδόν θρησκευτικός, τόνος της γιορτής. «Η διαφήμιση της ταινίας έδωσε έμφαση στη θρησκευτική πλευρά του rave, υποτιμώντας την πολιτική και κοινοτική του πλευρά, που είναι και η πιο ενδιαφέρουσα», λέει στην ισπανική εφημερίδα.
Οπως και η Ουόρκ, έτσι κι αυτός δεν βλέπει κάποια ουτοπία στο σημερινό rave. «Οσοι χορεύουν με το φως της ημέρας συζητούν για την οικονομία της παραγωγικότητας και την αποτελεσματικότητα. Οταν ο κόσμος μάς συντρίβει και γίνεται αφόρητος, κι όταν δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να πάμε κάπου αλλού, το rave γίνεται μια παρένθεση, μια παύση».
Ενας άλλος που έχει μελετήσει πολύ το φαινόμενο του rave είναι ο δημοσιογράφος Νάντο Κρουθ, συγγραφέας του βιβλίου «Μικροφεστιβάλ και άλλα πιθανά σενάρια». Εκείνος βρήκε την ταινία φριχτή, γιατί αποσπά το rave από το πλαίσιό του και παρουσιάζει τους ravers ως ανθρώπους χωρίς ψυχή που κινούνται σαν ρομπότ επιδιώκοντας πάση θυσία να πετύχουν τον στόχο τους. «Το κοινό σημείο των raves της δεκαετίας του ΄90 και των free parties της σημερινής εποχής», λέει στην «El País», «είναι ότι διεκδικούν το δικαίωμα στον δημόσιο χώρο και το δικαίωμα στη γιορτή έξω από τον εμπορευματοποιημένο και θεσμοποιημένο χώρο. Οι στρατηγικές για να το πετύχουν, όμως, χρειάστηκε να ριζοσπαστικοποιηθούν, γιατί η κατασταλτική δύναμη των κρατών και η πίεση του λόμπι της νυχτερινής διασκέδασης αυξάνονται συνεχώς».
Ο ισπανός δημοσιογράφος ξεκινά το βιβλίο του από τη διάλυση της βρετανικής rave σκηνής επί θατσερισμού, για να καταλήξει στο φαινόμενο που έχει γοητεύσει τα ισπανικά μέσα ενημέρωσης τα τρία τελευταία χρόνια: το Big Fucking Party, ένα πολυήμερο δωρεάν rave party που γίνεται με τη συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων απ’ όλη την Ευρώπη στο τέλος του χρόνου σε διάφορες έρημες περιοχές της Ισπανίας.
Το 2022 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά σε ένα χωριό της Γρανάδα, τη Λα Πέτα, και οι δημοσιογράφοι το αντιμετώπισαν αρχικά με εχθρότητα, για να κάνουν στροφή 180 μοιρών όταν είδαν τους κατοίκους να ενθουσιάζονται και να ζητούν να γίνει και τον επόμενο χρόνο στα μέρη τους. Από τότε, το πρωτοχρονιάτικο rave αντιμετωπίζεται περίπου όπως ο επετειακός λαχνός, με τους ρεπόρτερ να στήνονται έξω από τον χώρο του πάρτι για να πάρουν δηλώσεις από τους συμμετέχοντες.
Μαρξίστρια, υπερασπίστρια του ελεύθερου Διαδικτύου, θεωρητικός της σκέψης, συγγραφέας και ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των trans, η Ουόρκ έχει γράψει για raves σε όλο τον πλανήτη, από το Μπρούκλιν μέχρι το Βερολίνο και την Αυστραλία. «Τα raves μας βοηθούν στον ανταγωνισμό που νιώθουμε απέναντι στους άλλους στο αστικό περιβάλλον», είχε πει σε παλιότερη συνέντευξή της στην «El País». «Οταν μπαίνεις στο μετρό απεχθάνεσαι τους διπλανούς σου, είναι τόσο ενοχλητικοί. Το ίδιο συμβαίνει και στην πίστα του χορού, αν λικνιστείς όμως για καμιά ώρα σού περνάει. Και ένα καλό rave μπορεί να σε απαλλάξει από την εμμονή να σκέφτεσαι μελλοντικούς στόχους και τρόπους για να τους πετύχεις. Δεν ξέρεις αν θα υπάρξει μέλλον, τραντάζεσαι πέρα-δώθε, έχει πάει εννιά η ώρα το πρωί, ο ήλιος λάμπει. Τι συνέβη; Τα raves αλλάζουν τη σχέση με τον χρόνο».


