Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, κάπου στις ΗΠΑ, η μαμά της μικρής Ρενέ χάιδευε τα μακριά μαλλιά της κόρης της, περνώντας τα πίσω απ’ τα αυτιά της και λέγοντάς της απαλά: «Να αφήνεις χώρο για το θαύμα». Ή ίσως να μην το έλεγε με λόγια, ίσως να ήταν το ίδιο το χάδι και η ίδια η τρυφερότητα και η ίδια η σύνδεσή τους, που της το έλεγαν αυτό. Κάπως έτσι πάντως το περιέγραφε η Ρενέ σε ένα ποίημα για το οποίο βραβεύτηκε το 2020 από την Ακαδημία των Αμερικανών Ποιητών (μια πρώτη μετάφρασή του εδώ). To ποίημα μιλάει για τη θρησκευτική πίστη, για την επιστημονική γνώση, για το πώς συγκρούονται ή πώς μπορούν να συνυπάρξουν, για τη ζωή που είναι μια εμπειρία που δεν μπορεί να χωρέσει ούτε στην πίστη ούτε στην επιστημονική εξήγηση ούτε καν στον συνδυασμό τους, αλλά που χρειάζεται και κάτι πέραν αυτών, την ποιητική ματιά, η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τη ματιά των ανθρώπων πάνω στο μυστήριο και την ομορφιά της ύπαρξης, μια ομορφιά που συμπεριλαμβάνει, όχι μόνο τζιτζίκια, ηλιοβασιλέματα και κουνιστές πολυθρόνες, αλλά ακόμα και κατσαρίδες.
Λίγα χρόνια αργότερα, το πρωινό της έβδομης ημέρας του 2026, ενώ ακόμα οι ευχές για Καλή Χρονιά δεν είχαν τελειώσει στη γειτονιά και τον πλανήτη, γύρω στις 09:30 π.μ. ώρα Μινεάπολης, σε ηλικία 37 ετών η Ρενέ, μητέρα τριών παιδιών, εκτελέστηκε εν ψυχρώ μέσα στο αυτοκίνητό της, δεχόμενη τρεις σφαίρες στο πρόσωπο από έναν πράκτορα του ICE, της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων, που βρισκόταν σε αποστολή μαζί με συναδέλφους του στην πόλη για να μαζέψει μετανάστες που δεν είχαν τα νόμιμα έγγραφα, υλοποιώντας μια ακόμα προεκλογική υπόσχεση του Προέδρου Τραμπ. Η Ρενέ βέβαια δεν ήταν μετανάστρια, ήταν βέρα Αμερικανίδα, μια πολίτης τα δικαιώματα της οποίας ο Πρόεδρός της εκλέχθηκε για να προστατεύσει έναντι όλων εκείνων που τα απειλούσαν, κατεξοχήν και των μεταναστών χωρίς χαρτιά, όσα χρόνια κι αν βρίσκονταν στις ΗΠΑ, όσο ειρηνικά κι αν ζούσαν ως μέλη των τοπικών κοινωνιών.
Το να σε εκτελούν εν ψυχρώ ένστολα κρατικά όργανα είναι ένα πράγμα. Το να σε εκτελούν εν ψυχρώ και να έχουν κυκλοφορήσει αμέσως παγκοσμίως βίντεο που δείχνουν τι ακριβώς έγινε ένα άλλο. Το να υπάρχει όμως παρόλα αυτά στη συνέχεια ένας επίσημος λόγος, από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, τον Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, κορυφαίους Υπουργούς των ΗΠΑ, που στη συνέχεια παπαγαλίζεται από δημοσιογράφους και δημοσιολόγους της συγκεκριμένης ιδεολογικής κατεύθυνσης, βάσει του οποίου όχι μόνο δεν καταδικάζεται η εκτέλεση έστω ως μεμονωμένο ή ατυχές περιστατικό που δεν αντανακλά την αληθινή εικόνα της συγκεκριμένης Υπηρεσίας και της συγκεκριμένης Κυβέρνησης, αλλά δηλώνεται πως ο πράκτορας ενεργώντας σε αυτοάμυνα σκότωσε μια τρομοκράτη, δεν είναι καν ένα «δεν είναι αυτό που νομίζετε», είναι ένα «είναι πάρα πολύ ΟΚ να σας σκοτώνουμε πια ό,τι ώρα θέλουμε και με όποιον τρόπο θέλουμε και θα σας εξηγήσουμε μετά γιατί σας σκοτώσαμε». Αναπαράγω ένα εξαιρετικά ταιριαστό απόσπασμα από το «1984» του Όργουελ που ανέβασε επί τούτου στο Facebook ένας φίλος: «Το Κόμμα σου έλεγε να αρνείσαι τη μαρτυρία των ίδιων των ματιών και των αυτιών σου. Και αυτή ήταν η τελική και η πιο ουσιαστική του διαταγή».
Υπάρχει το γενικότερο πρόβλημα. Υπάρχει ένα πώς φτάσαμε ως εδώ, πού ήδη είμαστε και τι ακολουθεί από εδώ και πέρα. Υπάρχει αυτή η τόσο βαθιά και δυσοίωνη μαυρίλα. Αλλά ίσως, άθελά μας, εστιάζοντας στο γενικότερο κακό και στο κακό που μπορεί να συμβεί μετά, να προσπεράσουμε το αμετάκλητο κακό που συνέβη. Την αφαίρεση μιας ζωής. Που, ναι, μας κάνει περισσότερο εντύπωση γιατί ήταν μια λευκή Αμερικανίδα πολίτης κι όχι ένας άνθρωπος βήτα φυλετικής, εθνοτικής, γεωγραφικής ή ταξικής κατηγορίας, από εκείνους που έχουμε μάθει να θεωρούμε περισσότερο αναλώσιμους.
Το ποίημά της Ρενέ τελείωνε έτσι: «… η ζωή είναι απλώς το ωάριο και το σπερματοζωάριο / και το πού συναντιούνται αυτά τα δύο / και πόσο συχνά και πόσο καλά / και τι πεθαίνει εκεί». Ο θάνατος ξεκινά με τη σύλληψη και τη ζωή, όλων των κατηγοριών οι άνθρωποι γεννήθηκαν από τη συνάντηση ενός ωαρίου κι ενός σπερματοζωαρίου, όλοι οι άνθρωποι είμαστε το ίδιο πράγμα, όταν αρχίζει να δικαιολογείται η διαφορετική αντιμετώπιση των ανθρώπων ανάλογα με την κατηγοριοποίησή τους, αργά ή γρήγορα οι μόνες δύο κατηγορίες που θα απομείνουν θα είναι οι χωρίς λόγο και λογοδοσία εκτελεστές και τα εν δυνάμει θύματά τους.


